Συμβαίνουν στην πόλη μας
Ένα εξαιρετικό άρθρο από τη «ΣΤΑΣΗ στο Χαλάνδρι»
Δύο είναι οι ημερομηνίες που έχει καθιερώσει το ελληνικό κράτος σαν εθνικές επετείους. Η 25η Μαρτίου, συμβολική ημερομηνία έναρξης της ελληνικής επανάστασης που οδήγησε και στη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους. Και η 28η Οκτωβρίου ημέρα έναρξης του ελληνοϊταλικού πολέμου, που ουσιαστικά ενέπλεξε τη χώρα στη δίνη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου... Όσον αφορά τη δεύτερη εθνική επέτειο, φαίνεται ίσως λίγο περίεργο, ότι εορτάζεται η αρχή μιας τραγωδίας και όχι το νικηφόρο τέλος της. Αφού πάλι μέσα στον Οκτώβριο, υπάρχει η 12η Οκτωβρίου, ημέρα που απελευθερώθηκε η Αθήνα από τους Γερμανούς, το 1944, και που ουσιαστικά σηματοδοτεί το τέλος του πολέμου, με την έναρξη της αποχώρησης των Γερμανών από τη χώρα. Η 28η Οκτωβρίου, καθιερωμένη πλέον ως εθνική επέτειος και φυσικά αργία, συνοδεύεται από ομιλίες, παρελάσεις και πολυποίκιλες εκδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα. Η 12η Οκτωβρίου αντίθετα, σαφώς υποβαθμισμένη, εορτάζεται αυστηρά από το πολιτικό προσωπικό της χώρας, με την τυπική έπαρση της σημαίας στο χώρο της Ακρόπολης κα ι μία κατάθεση στεφάνου στο μνημείο του Συντάγματος. Μπορεί να επαναφέρει μνήμες σε κάποιους παλαιότερους αλλά ουσιαστικά σαν ημερομηνία παραμένει παντελώς άγνωστη. Στα σχολεία δεν γίνεται καμία αναφορά, πολύ περισσότερο δεν έχει οριστεί σαν ημέρα – έστω και τοπικής – αργίας. Αυτό τελικά δεν είναι και τόσο ακατανόητο. Οι δύο ημερομηνίες του Οκτωβρίου αν και ουσιαστικά αφορούν την αρχή και το τέλος της ίδιας τετράχρονης περιπέτειας παρουσιάζουν καταλυτικές διαφορές μεταξύ τους. Στις 28 Οκτωβρίου 1940, το συντεταγμένο ελληνικό κράτος – ως βασιλευομένη δικτατορία – θα επιλέξει, παρά τις αντιθέσεις στο εσωτερικό του (Γερμανόφιλοι – Αγγλόφιλοι), να ενταχθεί με την πλευρά των συμμάχων και να προασπίσει τελικά «το πάτριον έδαφος». Τουλάχιστον φαινομενικά, θα ηγηθεί του λαού σε μία ολιγόμηνη νικηφόρο πορεία στα βουνά της Ηπείρου και της Αλβανίας. Πορεία όμως, που θα λάβει άδοξο τέλος με τη συνθηκολόγηση του αντιστράτηγου Τσολάκογλου και την κατάρρευση του μετώπου στις 23 Απριλίου 1941 (επίσης άγνωστη ημερομηνία). Στις 12 Οκτώβρη 1944, είναι οι λαϊκές δυνάμεις που θέτουν τη σφραγίδα τους στις εξελίξεις, έχοντας διανύσει ένα αιματηρό διάστημα τεσσάρων χρόνων αντίστασης. Έχοντας από καιρό ιδρύσει το δικό τους αντάρτικο στρατό, έχοντας ψηφίσει την δική τους κυβέρνηση «του βουνού» και απελευθερώνοντας μεγάλο μέρος της χώρας, αλλά και της πρωτεύουσας, πολλούς μήνες πριν την οριστική αποχώρηση των κατακτητών. Ο αστικός πολιτικός κόσμος της χώρας την ίδια χρονική περίοδο ακολούθησε διαφορετικούς δρόμους. Ένα μέρος του, με το βασιλιά και τα υπολείμματα της πρώην κυβέρνησης, θα βρεθεί μακριά από την Ελλάδα, στη Μέση Ανατολή, τασσόμενο με το μέρος των συμμάχων. Ένα μέρος του θα ακολουθήσειπολιτική «ουδετερότητας», ενώ το υπόλοιπο θα συνεργαστεί ενεργά με τις δυνάμεις κατοχής. Οι κατοχικές κυβερνήσεις (Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλου, Ράλλη) θα ανασυγκροτήσουν και θα θέσουν στην υπηρεσία των κατακτητών τον κρατικό μηχανισμό, ενώ θα συμβάλλουν δυναμικά στην καταστολή της αντίστασης με την ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας καθώς και δεκάδων άλλων παρακρατικών συμμοριών κυρίως αντικομμουνιστικής ιδεολογίας. Ούτως ή άλλως, το ρήγμα στις τάξεις του αστικού πολιτικού κόσμου ήταν αναμενόμενο να επεκταθεί και στους οπαδούς του. Το ότι η πλειοψηφία του ελληνικού λαού συμπαρατάχθηκε με την πλευρά του ΕΑΜ και της αντίστασης, δεν αναιρεί το γεγονός ότι η «εθνική ομοψυχία» κατά την περίοδο του πολέμου αποτελεί ένα, εκ των υστέρων, εφεύρημα. Όπως συμβαίνει πάντα, έτσι και τότε, τα διαφορετικά οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά συμφέροντα οδήγησαν και σε διαφορετικού τύπου προσεγγίσεις και στρατεύσεις. Ακόμα και όταν η στράτευση αφορούσε συνεργασία με έναν στρατό κατοχής. Αμέσως μετά την απελευθέρωση, το αστικό πολιτικό σύστημα έκλεισε γρήγορα το ρήγμα που δημιουργήθηκε στους κόλπους του. Και ενιαίο καθοδήγησε τον αγώνα για την εξόντωση των δυνάμεων της αντίστασης, βυθίζοντας τη χώρα σε έναν εξ ίσου αιματηρό εμφύλιο. Όμως παρά την απόλυτη κυριαρχία του, τις επόμενες δεκαετίες, στο πολιτικό επίπεδο, η ανάδειξη της απελευθέρωσης της Αθήνας σε «εθνική επέτειο» φαίνεται ότι εμπεριείχε τον κίνδυνο, τα νωπά ακόμα ιστορικά γεγονότα να οδηγηθούν στην επιφάνεια. Αντίθετα, η επίπλαστη ενότητα λαού και δικτατορίας, στις 28 Οκτωβρίου 1940, παρέμενε και παραμένει πιο εύκολη στη διαχείρισή της. Η δε «εθνική ομοψυχία» ένα πολύτιμο εργαλείο διαστρέβλωσης της ιστορικής μνήμης,και όχι μόνο. Kώστας Ευθυμίου, http://www.stasi.gr [1] Και βέβαια αυτό δεν αφορά μόνο την Αθήνα. Σε όλες τις πόλεις τις χώρας εορτάζονται τοπικές επέτειοι που αφορούν συμβολικές ημερομηνίες απελευθέρωσής τους ή ενσωμάτωσής τους στο ελληνικό κράτος. Όμως αυτές οι επέτειοι αφορούν άλλους προγενέστερους πολέμους και φυσικά άλλους «κατακτητές». (Τούρκους, Βούλγαρους κλπ), ενώ το ιστορικό γεγονός της απελευθέρωσης της χώρας από τους Γερμανούς, ως διά μαγείας, έχει εξαφανιστεί από το προσκήνιο.
ΣΧΟΛΙΑ