Κίνηση Δημοτών Βριλησσίων

 
23/7/2017

"Ολίγα τινά για την νεοελληνική ταυτότητα και παράδοση"

Σύνοψη της εισήγησης του Θεόδωρου Παντούλα από τη συζήτηση στον κήπο της «Δράσης»


Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί σύνοψη της εισήγησης του Θεόδωρου Παντούλα από την αντίστοιχη συζήτηση που έγινε τη Δευτέρα 10 Ιουλίου στον κήπο της "Δράσης", με θέμα «Ολίγα τινά για την νεοελληνική ταυτότητα και παράδοση». Όλες οι συζητήσεις που διοργανώθηκαν το φετινό καλοκαίρι στο στέκι μας, κρίναμε σκόπιμο να αναπαραχθούν μέσω της ιστοσελίδας, ώστε να τις μοιραστούμε με τους αναγνώστες. Αντιμετωπίζουμε το συγκεκριμένο άρθρο ως μια ακόμη μικρή συμβολή στον κοινό προβληματισμό και τις αναζητήσεις που αφορούν σε όψεις του κεντρικού «προβλήματος» της χώρας.



Αν συμφωνήσουμε στον απλοϊκό ορισμό της Παράδοσης ως συνόλου των στοιχείων που η μια γενιά κληροδοτεί στην επόμενη, τότε, νομίζω, ότι οι έχοντες στοιχειώδη πνευματική επάρκεια κι εντιμότητα, πρέπει να ομολογήσουμε ότι το μόνο που μας συνδέει με την Παράδοση του τόπου και του κάποτε τρόπου μας είναι η ίδια η απουσία της, την οποία δεν γίνεται να την κρύψουν τα περί την παράδοση φληναφήματα.

Αυτό που εν τούτοις αποκαλύπτουν τα φληναφήματα είναι πόση υποκρισία χωρά στο περιθώριο της «πνευματικής» μας ψευτοζωής, που κατά τ’ άλλα ψωμίζεται μηρυκάζοντας με αδιάπτωτη όρεξη τ’ αποφάγια ενός αποϊερωμένου κόσμου. Οι περισσότεροι καμώνονται τους αυτοφυείς και δεν καταδέχονται ν’ ασχοληθούν με την Παράδοση, ενώ οι λίγοι που καταδέχονται να μιλήσουν γι’ αυτήν θυμίζουν τους αξιοδάκρυτους εκπαιδευτικούς, όταν εκφωνούν από υπηρεσιακή υποχρέωση και μόνον δεκάρικους στις εθνικές επετείους, μιλώντας σ’ ένα ανυποψίαστο ακροατήριο γι’ ανδραγαθήματα που δεν εμπνέουν σχεδόν κανέναν και για ένα φρόνημα που σχεδόν κανέναν επίσης δεν φρονηματίζει.

Να εξηγηθώ περαιτέρω, αλλά ας αφήσουμε, για την ώρα τουλάχιστον, στην άκρη όλες τις μεγαλοστομίες για την τρισχιλιετή μας παράδοση. Αυτό το βάρος, είπαμε, το σηκώνουν οι ρητορείες και οι γεραροί εισπράκτορες των μουσείων.

Η παράδοση δεν είναι κάτι αμετάβλητο – κάθε άλλο. Είναι η εκάστοτε απάντηση μιας ορισμένης κοινωνίας σε μια ορισμένη στιγμή και σε ορισμένα ζητήματα. Κι ετούτη η κρησάρα είναι ένα συλλογικό κατόρθωμα, που πατώντας σε προηγούμενους τρόπους οικοδομεί νέους. «… το πόση ευγένεια παράγουν (οι λαοί), ακόμη και κάτω από τις πιο δυσμενείς και βάναυσες συνθήκες, όπως ο δικός μας ο λαός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο φτηνό βαρκάκι, το πιο ταπεινό εκκλησάκι, το τέμπλο, το κιούπι, το χράμι, όλα τους αποπνέανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων…» παρατηρούσε ο Οδυσσέας Ελύτης, που έχω την βεβαιότητα ότι δεν μπέρδευε τα μαλάματα με τα μπακίρια – όσο καλογυαλισμένα κι αν ήσαν τα δεύτερα.

Εδώ και δεκαετίες όμως μας στενεύει, φαίνεται, αυτή η αρχοντιά. Γκαβωμένοι από τα φώτα της προόδου, ως νεοέλληνες, αποφασίσαμε ότι δεν μας ενδιαφέρουν τα κληροδοτήματα των γονιών μας και πέσαμε ψυχή τε και σώματι στα σουσούμια της νεωτερικότητας. Σταματήσαμε, δηλαδή, να βυζαίνουμε από το βυζί της μάνας μας κι ανδρωθήκαμε θηλάζοντας τα τροφαντά μαστάρια μιας μικρής ολλανδέζας.

Η δική «μας» παράδοση ήταν καλή και χρήσιμη, όσο θέλαμε να διασκεδάσουμε την παντοειδή υστέρησή μας με το προγονικό κλέος (το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, συγκινούσε και τις μικρές Ολλανδέζες) αλλά αυτό δεν είχε κανένα αντίκρισμα στις ζωές μας, που ξοδεύονταν ερήμην τής παραδόσεως, την οποία με ευκολία επικαλούμασταν διασύροντάς την έτι περισσότερο σε έναν αναντίστοιχο και φαιδρό κομπασμό.

Όλα αυτά βεβαίως δεν έγιναν εν μια νυκτί. Μπορεί να «χρειάστηκαν ίσως αιώνες, λόγου χάρη, για να καταλήξει ο πολιτισμός μας σε ένα δημιούργημα τόσο δικό του όσο το νεραντζάκι γλυκό» (Ζήσιμος Λορεντζάτος) αλλά για να ξεμάθεις την μαστορική της παρασκευής και –πρωτίστως– του φιλέματός του, αρκούν λίγες δεκαετίες. Μ’ άλλα λόγια μπορεί να χρειάζονται μερικές γενεές για να οικοδομηθεί μια Παράδοση αλλά το ξεθεμέλιωμά της γίνεται σε πολύ μικρότερο χρόνο.

Το θεριό του εμφυλίου μας τσάκισε αλλά δεν μας κατάπιε. Δεν είναι ότι άντεχαν οι κοινότητες αλλά η μνήμη τους και μόνον δεν επέτρεπε να ξεπέσουμε στην ιδιώτευση. Υπήρχαν οι γιορτές κι οι σχόλες κι οι άνθρωποι αντάμωναν τις επίσημες ημέρες κι αναστέναζαν τα μωσαϊκά απ’ των προσφύγων τα ντέρτια – οι άνθρωποι, δηλαδή, είχαν ακόμη συνείδηση ότι ήσαν εκριζωμένοι σε έναν κόσμο που τους δεξιωνόταν υπό την προϋπόθεση ότι θα έκρυβαν πούθε κρατάει η σκούφια τους. Μιλάμε για έναν συστηματικό βιασμό, μια κατ’ εξακολούθηση αυτοϋποτίμηση του συλλογικού εαυτού, που οδήγησε σε μια γενικευμένη μειονεξία, που περιφρονούσε τα οικεία κι έχασκε στα οθνεία.

Από την Μεταπολίτευση και δώθε, με την μαζική κουλτούρα και τα ξεσκούφωτα τέκνα της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, μπαίναμε με τα μπούνια στην ευρωπαϊκή ονείρωξη και βγαίναμε περιχαρείς στο ξέφωτο της καθ ’ημάς πασοκαρίας – δεν μιλώ για το κόμμα αλλά για το κοινωνικό σύμπτωμα που διατρέχει πλέον όλο το πολιτικό φάσμα. Μεγάλωσαν απότομα τα σπίτια μας κι οι γέροι, παραδόξως, δεν χώραγαν σε αυτά – τους ξαποστέλναμε παροπλισμένους στα χωριά ή στην αργυρώνητη φροντίδα αλλοδαπών γηροκόμων. Και μέναμε εμείς παρέα με την επιδοτούμενη ορφάνια μας.

Παράδοσή μας έκτοτε, μετά από όλη αυτή την εκγύμναση, που την είπαμε εκσυγχρονισμό, έγινε η απουσία της παράδοσης, ο θρίαμβος της νεοπλουτικής ανεστιότητας και η θρασύτητα της ανερμάτιστης πλεονεξίας που χορταίνει με αστακομακαρονάδες και μπετά.

Όπως πιθανώς γνωρίζετε, οι παραδόσεις αφορούν το σύνολο της ζωής κι η μαθητεία σε αυτές οδηγεί σε δημιουργίες – όχι σε αντίγραφα. Νομίζω ότι θα δυσκολευτούμε πολύ ν’ απαντήσουμε για το ποια παράδοση μπολιάζει την οργάνωση του βίου μας, την μουσική μας ή την αρχιτεκτονική μας. Κι αν αυτά σας μοιάζουν υψιπετή, ας δούμε ποιες περισσότερο καθημερινές εκφάνσεις του βίου μας εμπνέονται από την παράδοση: η ένδυση, η εστίαση, η χειροτεχνία ή ο αξιακός κώδικας που υποβάλλει τα νεοπλουτικά φερσίματά μας;

Αυτό που απομένει, φίλτατοι, είναι τα ξέφτια ενός φολκλορισμού, που διασκεδάζει την ανεστιότητά του με καρναβαλικά φερσίματα. Ήτοι με καραγκούνες και νεοδημοτικές αστειότητες που δεν διακονούν καμιά παράδοση αλλά τον εκφυλισμό μας.

Εν κατακλείδι, ή θα κάνουμε αποδοχή της γονικής κληρονομιάς μας και θα πάρουμε στα σοβαρά την αρχοντιά που κομίζει το νεραντζάκι ή οριστικά στερημένοι από τον γηγενή πολιτισμό θα σταλίζουμε στις βιτρίνες χαζεύοντας αποκατεψυγμένα προφιτερόλ, τα οποία και –κάποτε– θα μας κεράσει ο μπάρμπας μας – όχι ο συγχωρεμένος από το χωριό αλλά ο άλλος, ο αείζωος, από τις Βρυξέλλες.




Ο Θεόδωρος Παντούλας γεννήθηκε το 1968. Σπούδασε σκηνοθεσία, ιστορία της ευρωπαϊκής ανατολής και νεοελληνική λογοτεχνία. Εργάστηκε κατά διαστήματα ως καθηγητής. Συνεργάζεται επαγγελματικά με εφημερίδες, περιοδικά κι εκδοτικούς οίκους. Διεύθυνε τα περιοδικά «manifesto» και «Πολιτική Ενημέρωση». Τα τελευταία χρόνια εκδίδει την επιθεώρηση πολιτισμού «φρέαρ» (τιμητική διάκριση Υπ. Πολιτισμού για τη συμβολή του στην προβολή και διάδοση της ελληνικής λογοτεχνίας). Ασκεί το απαιτητικό λειτούργημα του βιβλιοπώλη στα Βριλήσσια.


readers  402


Σχόλια (1)


Μπάμπης Δαμουλιάνος Ευαγγελάτος 30 Ιουλ 2017, 22:45
Επιτρέψετε μου να μη συμμερίζομαι την απαισιοδοξία του συμπολίτη μας κυρίου Θεόδωρου Παντούλα.Η παράδοση καθώς και ο ίδιος αναφέρει δεν είναι κάτι το παγιωμένο, το κονσερβοποιημένο και στάσιμο. Καθημερινά αλλάζει πατώντας στον προηγούμενο της εαυτό. Παραμερίζει, αφαιρεί, προσθέτει, ενσωματώνει. Ότι απ' αυτή αξίζει και προσωρινά υποχωρεί στη βίαιη σύγκρουση του με τους τρόπους μιας ασθμαίνουσας ζωής με εξηγήσιμες αιτίες, σίγουρα θα αναγεννηθεί δυναμωμένο και καλύτερο. Και φυσικά και σωστά τα υπέροχα κεντήματα και περίτεχνα σκαλίσματα μιας παλιότερης εγκλωβισμένης σε στενά όρια ζωής, ας μη τα περιμένουμε. Σήμερα οι νέοι άνθρωποι αγόρια και κορίτσια δεν υφαίνουν, δεν κεντούν αλλά σπουδάζουν μουσική, ξένες γλώσσες, τέχνες, επιστήμες. Ανασύρουν, αξιοποιούν, δημιουργούν και εμπλουτίζουν την υπάρχουσα παραδομένη παράδοση με διακρίσεις. Όσο για την γενικευμένη μειονεξία του συλλογικού εαυτού αυτή πράγματι υπήρξε και υπάρχει από την βίαιη ή ύπουλη μεθοδευμένη εισβολή των επικυρίαρχων μας με τα καθρεφτάκια τους ακόμη και με την μορφή των Lexus. Μόδα είναι, θα περάσει. Άλλωστε "ιθαγενείς" πάντα υπήρχαν, υπάρχουν, θα υπάρχουν...
Εισαγωγή σχολίου
Όνομα:

Σχόλιο:



Τα σχόλια δημοσιεύονται άμεσα και είναι αποκλειστική ευθύνη του συντάκτη του σχολίου. Οι διαχειριστές της παρούσας ιστοσελίδας διατηρούν το δικαίωμα διαγραφής των σχολίων εκείνων που έχουν διαφημιστικούς σκοπούς, κρίνονται ως ρατσιστικά ή προσβάλλουν πρόσωπα.

Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2017 H Δράση στο facebook Το κανάλι μας στο YouTube
 
Cine Δράση

Τελευταία θέματα

Τοιχο-διωκτικά
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι
Στην αόριστη αγάπη για την ανθρωπότητα, αγαπάς σχεδόν πάντα μονάχα τον εαυτό σου.


Τα σχόλια σας...
ΜΕΤΑ ΤΗ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ, Η ΙΣΠΑΝΙΑ;10/10/2017 Παπαχριστοδούλου Μαρίνα
Έχω και εγώ σοβαρές επιφυλάξεις για το άρθρο αυτό. Δεν είναι ακριβώς τα ζητήματα που βάζει ο Ορέστης που με απασχολούν, ούτε ξέρω να πω αν είναι καλύτερα αυτή την περίοδο να ζήσει η Καταλονία μακριά ή μέσα στην Ισπανία. Είναι το γεγονός ότι τόσο Régis de Castelnau όσο και ο Μπελαντής (λιγότερο) οι οποίοι και προφανώς έχουν καταλήξει ότι η Καταλονία πρέπει να μείνει στην αγκαλιά της κραταιής Ισπανίας ή καλύτερα είναι ενάντια στις αποσχιστικές τάσεις, αντιμετωπίζουν το θέμα με απίστευτη μονομέρεια. Μάλιστα στο άρθρο του Castelnau μπορώ να πω ότι διακρίνω μια υποτιμητική, σχεδόν ρατσιστική αντίληψη προς τους νότιους και τους "αριστερούς", ό,τι αυτό μπορεί να σημαίνει σήμερα. Μου θύμισε κάτι από την ανωτερότητα των προηγμένων βόρειων ενάντια στους καθυστερημένους νότιους για να μην θυμηθώ την αποικιοκρατία κοκ. Αλλά οι κύριες επιφυλάξεις μου είναι τρεις: Πρώτον: κανένας από τους δύο δεν αναφέρεται στο όργιο αυταρχισμού και αντιδημοκρατικής συμπεριφοράς από την κεντρική κυβέρνηση της Ισπανίας (και κατ΄ επέκταση στους σχετικούς χειρισμούς της ΕΕ) απέναντι στους Καταλανούς, στάση στην οποία κανένας προοδευτικός άνθρωπος και πολύ περισσότερο σχολιαστής δεν μπορεί να αγνοεί . Η άποψή μου, που νομίζω ότι είναι κεντρική θέση της Δράσης ότι «δεν θέλουμε τίποτα, ούτε το καλύτερο ούτε το χειρότερο για μας αν δεν συμμετέχουμε στην απόφασή του» και από αυτή την άποψη δεν είναι να συμφωνήσουμε ή να διαφωνήσουμε στο δικαίωμα των Καταλανών στην αυτοδιάθεση, αλλά να συμφωνήσουμε απόλυτα στο δικαίωμα τους να αποφασίζουν για την αυτοδιάθεση ή όχι. Τέλος διάβασα κάπου ότι τόσο η στάση της κυβέρνησης Ραχόι, όσο και της ΕΕ είναι για να διδάσκονται στα πανεπιστήμια, στις σχολές πολιτικών επιστημών ως παραδείγματα του τι πρέπει να κάνεις για να πετύχεις αυτό που δεν θέλεις. Το λέω εδώ για να σημειώσω ότι ΕΕ και Ραχόι αυτό ήθελαν και όχι δεν ήθελαν και αυτή τη διάσταση την δίνει ο Castelnau, όχι όμως με πολύ πειστικό τρόπο. Δεύτερον: Το γεγονός ότι υπάρχουν πλείστα όσα παραδείγματα που παραπέμπουν στην καταστροφική εξέλιξη αποσχιστικών κινημάτων (πχ Γιουγκοσλαβία , Ουκρανία ), δεν σημαίνει ότι εμείς συλλήβδην θα είμαστε κατά των αιτημάτων και κινημάτων αυτοδιάθεσης. Και στο κάτω-κάτω είναι δύο διαφορετικά ζητήματα. Ένα να επιλέξει ένας λαός πως θέλει να ζήσει, μέσα σε ποιο πλαίσιο. Δικαίωμα του αναφαίρετο. Και ένα δεύτερο να προσπαθήσει να εμποδίσει τις έξωθεν επεμβάσεις. Ανεδαφικό σήμερα; Μάλλον δύσκολο, αλλά δεν βλέπω και άλλο τρόπο. Ούτε είναι δικαιολογία ότι ο Κάρλας Πουτσντεμόν είναι συντηρητικός άρα δεν μπορούμε ως προοδευτικοί να συντασσόμαστε με το αίτημα του. Ένα αίτημα είναι αυθύπαρκτο και ως τέτοιο πρέπει να κρίνεται. Συνυπολογίζεις πολλούς παράγοντες για να πεις αν είσαι υπέρ ή κατά. Ποια συμφέροντα εξυπηρετεί κυρίως κλπ, και μετά ας το υποστηρίζει όποιος θέλει. Τρίτο: Υπάρχει μία πλευρά της πολιτικής ζωής στην Ισπανία που αποσιωπάται αν και σε αυτήν εδράζονται πολλά από τα κακώς κείμενα που παρακολουθούμε να συμβαίνει σε αυτήν την χώρα. Πρόκειται για το γεγονός ότι μια δικτατορία που κράτησε 39 ολόκληρα χρόνια καταλύθηκε χωρίς να ανοίξει μύτη, χωρίς να υπάρξει κανενός είδους αποχουντοποίηση. Όλοι έμειναν στη θέση τους και συνέχισαν να κάνουν τη δουλειά τους όπως την ήξεραν. Οι στρατιωτικοί στο στρατό, οι αστυνομικοί στην αστυνομία, οι παπάδες στην εκκλησία (μεγάλο στήριγμα της δικτατορίας και πολύ το απόλαυσε η εκκλησία αυτό) κοκ. Οι δικοί μας χουντικοί, που παρεμπιπτόντως φαντάζουν αγγελάκια μπροστά στους Ισπανούς, με κάποιον τρόπο έστω περιορισμένο τιμωρήθηκαν. Εκεί τίποτα. Μόλις τον τελευταίο καιρό γίνονται προσπάθειες να αντιμετωπιστεί το θέμα. Ακούγονται όλο και περισσότερες φωνές, γίνονται και κάποια πράγματα, όχι τόσο εξ αιτίας του παρελθόντος, αλλά εξ αιτίας της δράσης όλων αυτών σήμερα. Ως συνέπεια αυτού είναι φυσικό να υπάρχει τόσος αυταρχισμός εκεί. Φυσικό όσο και απαράδεκτο.
ΜΕΤΑ ΤΗ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ, Η ΙΣΠΑΝΙΑ;9/10/2017 Ορέστης Ηλίας
Από αυτούς που χαίρουν της συντροφικής εκτίμησης του Μπελαντή, κανένας δεν είπε ότι το καταλανικό εθνικό ζήτημα είναι σπόρος του σοσιαλιστικού μέλλοντος..(μακάρι να γίνει) Όμως, είναι κρίσιμο να συνεχιστεί η κοινωνική διάσταση του κινήματος απέναντι στην αμιγώς εθνική. Οι επιτροπές και συντονισμοί που στήθηκαν σε χώρους δουλειάς, γειτονιές και πανεπιστήμια για την διασφάλιση του δημοψηφίσματος είναι κύτταρα που κρίνουν στη συνέχεια το τι είδους ανεξαρτησία θέλουν "οι από κάτω", για να μην περιοριστεί όλο αυτό το κίνημα σε μια απλή αλλαγή σημαίας. Άρα, ας μην βιαζόμαστε στις αναλύσεις διότι το εθνικό μετατρέπεται πολλές φορές σε ταξικό. Παράδειγμα το Brexit, όλοι οι αναλυτές έγραφαν σεντόνια για τον εθνικισμό των Άγγλων και ότι εμπιστεύονται την πλούσια οικονομία τους γι' αυτό ψήφισαν έξοδο από την ΕΕ πριν ενάμισι χρόνο, όμως οι τελευταίες εκλογές (Ιούνιος 2017) έδειξαν στροφή προς τα αριστερά, πτώση των εκφραστών της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και πλήρη εξαφάνιση των εθνικιστών. Είναι οι αγώνες των απλών καθημερινών ανθρώπων που μπορούν να μετατρέπουν ακόμα και "ψευτοδημοψηφίσματα" σε κρίση κυριαρχίας της παγκόσμιας οικονομικής και πολιτικής ελίτ. Και αυτό είναι κάτι που το θέλουμε όλοι όσοι βάζουμε τον εαυτό μας στους "από τα κάτω".
ΜΕΤΑ ΤΗ ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ, Η ΙΣΠΑΝΙΑ;9/10/2017 Γιάννης Τσούτσιας
Δεν τα λέει μόνο ο Castelnau. Τα λέει π.χ. και ο Μπελαντής. Επισημαίνοντας μάλιστα, ότι "...μου προξενεί μεγάλη εντύπωση η εξής αντίφαση: πολιτικά και ιδεολογικά ρεύματα της Αριστεράς, στα οποία έχω συντροφική εκτίμηση αλλά διαφωνώ μαζί τους ιδεολογικά, που στην Ελλάδα ή αλλού αισθάνονται ρίγος ή ψυχική απώθηση, όταν εκφέρονται οι λέξεις «εθνικό ζήτημα», «πατρίδα» ή «εθνική ανεξαρτησία» (σε ένα έθνος-κράτος που υπάρχει εδώ και δύο αιώνες), αντιστρέφουν τελείως την οπτική τους, όταν πρόκειται για την καταλανική εθνότητα. Η μια εθνότητα (η δική μας) είναι αυτόχρημα καπιταλιστική, η άλλη φέρει τον σπόρο του σοσιαλιστικού μέλλοντος. Πόση λογική, πολιτική και θεωρητική συνοχή υπάρχει ανάμεσα στις δύο ταυτόχρονες αυτές τοποθετήσεις;" Όλο το άρθρο: pandiera.gr Για την υπόθεση της Καταλονίας -μια πολύ διαφορετική άποψη. Του Δημήτρη Μπελαντή. 9/10/2017


Δημοτικές Εκλογές 2014


ΓΠΣ Βριλησσίων 2011


Δημοτικές Εκλογές 2010


Παιδεία 2009




Καλλικράτης: απόψεις και θέματα

Η κρίση και το πρόγραμμα σταθερότητας

Το στέκι της Δράσης 

Κάθε Τρίτη, από τις 20:30 μέχρι τις 22:00 το στέκι της Δράσης είναι ανοιχτό, ενώ παράλληλα, λειτουργεί και η δανειστική βιβλιοθήκη της "Δράσης"




   
© 2006 - 2017 Δράση για μια Άλλη Πόλη
Κατασκευή - επιμέλεια ιστοσελίδας: Μάκης Ετζόγλου