Κίνηση Δημοτών Βριλησσίων

 

Πού στ’ αλήθεια πάμε;


Γιώργος Δελαστίκ: το ιστορικό της εξαπάτησης


Δράση για μια Άλλη Πόλη - Πού πάμε - Γιώργος... by DrasiVrilissia

Ενθουσιάστηκα περπατώντας στη γειτονιά σας, όταν είδα τις αφισέτες με τον τίτλο της εκδήλωσης, «πού πάμε;». Είναι ένας δωρικός τίτλος, αλλά είναι η ουσία αυτού που συζητάει όλη η Ελλάδα. Πού πάμε λοιπόν;

Ας δούμε καταρχήν πού μας πάει η κυβέρνηση με το μνημόνιο και πού μας οδηγεί. Η απάντηση είναι άκρως απογοητευτική. Το μνημόνιο μας οδηγεί στη χρεωκοπία με μαθηματική ακρίβεια. Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι. Η κυβέρνηση παρέλαβε το Σεπτέμβριο του 2009 ένα χρέος της τάξης του 115% του ΑΕΠ. Στο τέλος του 2009 ήταν 127% του ΑΕΠ. Το 2010 έφτασε στο 143% του ΑΕΠ με βάση τα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών. Τέλος Μαρτίου, ήταν 154% του ΑΕΠ. Τέλος του 2011 θα είναι 164% του ΑΕΠ, δηλαδή σε δυο χρόνια, το δημόσιο χρέος θα έχει αυξηθεί κατά 50%. Δεν υπάρχει περίπτωση αυτό το χρέος να πληρωθεί! Γιατί από φέτος, από το 2011 μέχρι και το 2015, όταν λήγουν ομόλογα του ελληνικού κράτους, η Ελλάδα πρέπει να πληρώσει για τοκοχρεολύσια 200 δισεκατομμύρια ευρώ! Το δάνειο που μας έδωσαν, υποτίθεται για να μας σώσουν, ήταν 110 δις ευρώ. Και μιλάμε χωρίς το καινούργιο δάνειο που θα πάρει η κυβέρνηση. Να φανταστείτε ότι, το 2014, την πρώτη χρονιά που υποτίθεται θα βγαίναμε από το μνημόνιο, πρέπει η Ελλάδα να δανειστεί από τις τράπεζες, από τους κερδοσκόπους, από τους τοκογλύφους, 58 δις ευρώ. Αυτά τα ποσά, ούτε κατά φαντασία δεν μπορούν να συγκεντρωθούν! Επομένως με το μνημόνιο, αν οι όροι μείνουν όπως είναι, χρεοκοπούμε με μαθηματική ακρίβεια. Πρέπει λοιπόν να αλλάξουν οι όροι. Αυτοί, αλλάζουν με πολλούς τρόπους. Να αλλάξουν προς όφελος του ελληνικού λαού, ώστε να διευκολυνθούμε να πληρώσουμε και ταυτόχρονα η χώρα μας να αναπτύσσεται ή να αλλάξουν προς όφελος των δανειστών.

Πού θέλουν να μας πάνε οι Γερμανοί, είναι ένα δεύτερο ερώτημα. Οι Γερμανοί ήδη, είναι σε φάση να ολοκληρώσουν μέσω της Ε.Ε. ένα σχέδιο συντεταγμένης χρεοκοπίας. Αυτό είναι που μετονόμασαν -για να μην ακούγεται φρικτό- σε μόνιμο μηχανισμό στήριξης. Θα αρχίσει να ισχύει από τον Ιούλιο του 2013. Προσπαθούν και είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν πολλά λεφτά για να μη χρεοκοπήσει η χώρα πριν από το 2013, για να μας βάλουν σ’ αυτό το μηχανισμό. Όμως αφ’ ης στιγμής μπούμε, η χώρα χάνει την οικονομική της ανεξαρτησία και θα διοικείται οικονομικά από επιτροπή της Ε.Ε., που δεν έχουν ακόμη προσδιορίσει πώς θα είναι. Και τι θα γίνεται τότε; Είναι απλό και τραγικό. Θα λένε, ας πούμε, πρέπει να δώσετε φέτος το 60% των δημοσίων εξόδων για τοκοχρεολύσια. Μα δεν φτάνουν, θα λέμε εμείς, για να πληρώσουμε μισθούς, νοσοκομεία, σχολεία κτλ. Δεν μας νοιάζει! Κόψτε μισθούς ή απολύστε εργαζόμενους! Κλείστε σχολεία, κλείστε νοσοκομεία, αυτό το οποίο βλέπετε με το ψευδώνυμο της συνένωσης, έχει ήδη αρχίσει να γίνεται. Διότι είναι άλλο πράγμα να κλείσεις ένα σχολείο σ’ ένα απομακρυσμένο χωριό που δεν έχει πια παιδιά και άλλο να κάνεις συνενώσεις Γυμνασίων και Λυκείων στην Αθήνα. Θα ξαναπάμε σ’ αυτό που ζήσαμε πολλοί από μας, να έχουμε τάξεις με 44 μαθητές και όχι 25 που είναι τώρα.

Εδώ όμως που φτάσαμε, ας δούμε τι θα γίνει όταν χρεοκοπήσουμε: Ακούγεται σωστά και απειλητικά ότι θα καταρρεύσει το τραπεζικό σύστημα. Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και τα ασφαλιστικά ταμεία. Με τα πιο πρόσφατα στοιχεία που έχω στη διάθεσή μου, (περίπου δυο μηνών, αυτά όμως αλλάζουν πολύ γρήγορα), οι ελληνικές τράπεζες έχουν ομόλογα δημοσίου αξίας 65 δις ευρώ, τα ασφαλιστικά ταμεία 40 δις ευρώ και οι ασφαλιστικές εταιρείες 15 δις ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι αν χρεοκοπήσει η χώρα, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα καταρρέει αναλόγως του πώς θα συμβεί η χρεοκοπία. Θα είναι μέσα στο ευρώ; Θα είναι με επιστροφή στη δραχμή; Θα την κάνει η ελληνική κυβέρνηση; Θα την κηρύξουν οι δανειστές μας; Διότι το καθεστώς της συντεταγμένης χρεοκοπίας που έχει αποφασίσει η Ε.Ε. από το 2013 και μετά, γράφει ρητά, ότι μια χώρα κηρύσσεται σε χρεοκοπία, όχι από την κυβέρνησή της, αλλά πλέον από επιτροπή της Ε.Ε.. Έτσι λοιπόν, σε περίπτωση χρεοκοπίας, θα υπάρξει πολύ σοβαρό πρόβλημα για τα ασφαλιστικά ταμεία και τις ασφαλιστικές εταιρείες, αλλά γι’ αυτά δεν νοιάζονται καθόλου οι δανειστές –θα τολμούσα να πω, ούτε η ελληνική κυβέρνηση- γιατί θα εξυπηρετηθεί ο στόχος της περαιτέρω μείωσης των συντάξεων στην Ελλάδα.

Όλο αυτό το πράγμα, έγινε τυχαία, έγινε από αδυναμίες, έγινε από κακούς χειρισμούς ή εγκληματικά λάθη; Η κυβέρνηση Παπανδρέου, που τόσο προεκλογικά, όσο και μετεκλογικά είχε ένα τελείως διαφορετικό πρόγραμμα, είδε ξαφνικά ότι τα πράγματα ήταν πολύ χειρότερα απ’ ότι το φανταζόταν; Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά, εντελώς αντικειμενικά, έρχεται από δύο -τρία στοιχεία:

Μόλις η κυβέρνηση υπέγραψε το μνημόνιο στις αρχές Μάιου του 2010, βγήκε στη ΝΕΤ ο υφυπουργός Οικονομικών κ. Φ. Σαχινίδης και είπε επί λέξει: «όταν ανέλαβε το ΠΑΣΟΚ τη διακυβέρνηση της χώρας, διαπίστωσε ότι η μόνη εναλλακτική οικονομική πολιτική που είχε ήταν να προσφύγει στο Δ.Ν.Τ..Το Δ.Ν.Τ. ήταν η πρώτη επιλογή και η μόνη που υπήρχε από τις 5 Οκτωβρίου του 2009 και μετά». Την επομένη λοιπόν των εκλογών μας λέει ο Σαχινίδης, ότι η κυβέρνηση ήταν αποφασισμένη να μας πάει στο Δ.Ν.Τ.. Και μας λέει την αλήθεια, διαφορετικά ο πρωθυπουργός θα τον είχε απομακρύνει από τη θέση του. Αλλά αυτό επιβεβαιώθηκε και από το περιβόητο ντοκιμαντέρ του Στρος Καν, πριν αρχίσουμε να ασχολούμαστε με την καμαριέρα. Θυμάστε ότι εκεί ο Ντομινίκ Στρος Καν έλεγε, ότι λίγες ημέρες μετά τις εκλογές, ο Γ. Παπανδρέου απευθύνθηκε σ’ αυτόν για να υπαχθεί η χώρα στο Δ.Ν.Τ.. Επομένως, υπήρχε σκοπιμότητα, ήταν μια συνειδητή επιλογή, απ’ ότι φαίνεται. Βλέποντάς το ψυχρά, είναι μια νεοφιλελεύθερη επιλογή, η οποία λέει ότι, μια χώρα για να γίνει ανταγωνιστική, πρέπει να φτωχύνει. Να πέσουν οι μισθοί, να πέσουν οι συντάξεις, να πέσουν οι τιμές, ώστε να έρχονται οι ξένοι επενδυτές και να αγοράζουν γη, υπηρεσίες, επιχειρήσεις. Είναι αυτό που λέμε στη λαϊκή γλώσσα «κινεζοποίηση». Στην Κίνα, που ακούτε ότι έχει ανάπτυξη, την οποία καμιά φορά, ολίγον αφελώς θαυμάζουμε, το μεροκάματο είναι 80 λεπτά! Το καλύτερο κινέζικο μεροκάματο σε εργοστάσιο είναι 2 ευρώ. Επομένως, όταν σου λένε να ανταγωνιστείς την Κίνα, είναι σαν να σου λένε, ρίξε το μεροκάματο του Έλληνα στα 2 ευρώ! Αυτό είναι αδύνατον να συμβεί. Γι’ αυτό και κατά τη γνώμη μου, η θεωρία αυτή εφαρμοζόμενη στην Ελλάδα, σημαίνει καταστροφή.

Όμως η γνώμη των Γερμανών είναι πολύ απλή: Αντί να έρχεται ο Γερμανός τουρίστας στο ελληνικό ξενοδοχείο στην Κρήτη, μπορεί ο έλληνας επιχειρηματίας να χρεοκοπήσει και να πάρει ένας Γερμανός επιχειρηματίας το ξενοδοχείο. Αυτό θα έχει πολλαπλά κέρδη για τη γερμανική οικονομία. Πρώτον, μεγάλο τμήμα των κερδών θα επιστρέφει στη γερμανική οικονομία, δεν θα μένει στην Ελλάδα. Δεύτερο, αντί να παίρνει για καμαριέρες, για λαντζέρηδες, γυναίκες από τα γύρω χωριά, θα παίρνει από την Ταϋλάνδη, τις Φιλιππίνες, το Μπαγκλαντές. Και έτσι επιπροσθέτως, θα λύνεται και το πρόβλημα του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού της Γερμανίας. Οι νέοι Γερμανοί που σπουδάζουν τουριστικά επαγγέλματα, αντί να μένουν στη Γερμανία, θα είναι και μάνατζερ σε ελληνικά ξενοδοχεία και ανώτερα στελέχη, θα δουλεύουν ακόμη και στη ρεσεψιόν.

Επίσης, το πρόβλημα δεν είναι ότι ο Παπανδρέου έλεγε προεκλογικά ότι «λεφτά υπάρχουν» και άλλες τέτοιες υποσχέσεις που λέγονται για να παραβιάζονται. Στις 11 Δεκεμβρίου του 2009, δυο ολόκληρους μήνες μετά τις εκλογές και μετά τις συζητήσεις με το Δ.Ν.Τ. και τον Στρος Καν, ο πρωθυπουργός έδωσε στους δημοσιογράφους που τον συνοδεύαμε στις Βρυξέλλες συνέντευξη. Στο απομαγνητοφωνημένο κείμενο που έδωσε στη δημοσιότητα η Γραμματεία Τύπου, λέει ο κ. Παπανδρέου: «Τα σενάρια για την προσφυγή μας στο Δ.Ν.Τ. δεν υπάρχουν»! Λέει επίσης, γνωρίζοντας ότι αυτό είναι ανακριβές, «το να κόψεις σήμερα το μισθό ή τη σύνταξη, δεν δημιουργεί βιωσιμότητα στην ελληνική οικονομία, δεν απαντά στο πραγματικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, το τονίζω αυτό, να φύγουμε από αυτήν την ιδεοληψία»! Και συνεχίζει: «την κρίση δεν μπορεί να την πληρώσει, ούτε η φτωχολογιά, ούτε το μέσο εισόδημα, τα μεσαία εισοδήματα, που στο κάτω – κάτω, έχουν από ελάχιστη, μέχρι καμία ευθύνη»! Άρα λοιπόν αντιλαμβάνεστε, ότι δεν είχαμε έναν πρωθυπουργό που δεν ήξερε τι γινότανε και ξαφνικά βρέθηκε μπροστά σε απροσδόκητα και ανυπέρβλητα προβλήματα και ως εκ τούτου οδηγήθηκε σε λύσεις απελπισίας.

Θέλω εδώ, να προσθέσω δυο- τρία στοιχεία, που δεν συνηθίζουν να λέγονται και τα κρύβουν: Η Ελλάδα, είναι η μόνη που παρουσιάζει τέτοια προβλήματα; Μα το δημόσιο χρέος της χώρας το 1993, επί Μητσοτάκη, ήταν στο 111% του ΑΕΠ. Για τα επόμενα 16 χρόνια, μέχρι το 2009, κυμαινόταν διαρκώς μεταξύ 100 και 110% του ΑΕΠ. Γιατί αυτό ξαφνικά έγινε θηλεία στο λαιμό μας, ενώ επί τόσα χρόνια δεν ήταν; Αλλά ας το αφήσουμε και αυτό. Οι άλλες χώρες, τηρούν τα κριτήρια του Μάαστριχ, δηλαδή έχουν έλλειμμα προϋπολογισμού κάτω του 3% και δημόσιο χρέος κάτω του 60%; Στα τέλη Απριλίου δημοσιεύτηκαν από την Eurostat τα επίσημα στοιχεία για όλες τις χώρες της ευρωζώνης. Από τις 17 χώρες μέλη, οι 14 έχουν πάνω από 3% έλλειμμα. Και από τις 27 χώρες της ευρωζώνης, οι 22 παραβιάζουν το κριτήριο του ελλείμματος. Και το δημόσιο χρέος τους καλπάζει με ρυθμούς απείρως ταχύτερα του ελληνικού! Στις 11 από τις 15 παλιές χώρες της Ευρώπης, αυτής που λέγαμε ΕΟΚ, το χρέος ξεπερνάει το 60%. Επομένως, έχουμε να κάνουμε με μια κρίση με πανευρωπαϊκές διαστάσεις και τελείως άλλες αιτίες από τα παραμύθια που μας λένε. Με αυτά, προσέξτε, δεν θέλω να ισχυριστώ ότι στην Ελλάδα δεν είναι σπάταλος ο κρατικός μηχανισμός, ότι δεν γίνονται αντιπαραγωγικές δαπάνες, σ’ αυτά συμφωνούμε. Είναι όμως επιμέρους προβλήματα, δεν είναι η αιτία. Αν ήταν η αιτία, δεν θα είχε όλη η Ευρώπη καλπάζοντα ρυθμό αύξησης του χρέους.

Ποια είναι η αιτία; Είναι η κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος των τυχοδιωκτών. Για να καταλάβετε, τον Δεκέμβρη του 2007, ξέσπασε η οικονομική κρίση. Είχαν παίξει συνολικά στα παράγωγα, στον χρηματιστηριακό τζόγο δηλαδή, συμβόλαια αξίας 594 τρις δολαρίων. Εκείνη τη χρονιά, το 2007, το ΑΕΠ ολόκληρου του πλανήτη ήταν 54 τρις δολάρια. Οι αθεόφοβοι, οι απατεώνες, είχαν παίξει δηλαδή, 11 φορές το ΑΕΠ του πλανήτη! Σε τέτοια μεγέθη, το ένα χιλιοστό να τσακίσει, χρειάζονται δισεκατομμύρια για να καλύψεις τη ζημιά. Έτσι λοιπόν πέρασαν στις κυβερνήσεις το πρόβλημα, για να βοηθήσουν. Πάνω από 3 τρις ευρώ έχουν δοθεί στην Ευρώπη και 2,3 τρις δολάρια στην Αμερική για να στηριχτεί το τραπεζικό σύστημα, άλλα με τη μορφή εγγυήσεων, άλλα με τη μορφή χρημάτων, με διάφορους τρόπους. Ε, έπειτα, ένα τμήμα από αυτά τα λεφτά, από κάπου πρέπει να το βγάλουν! Και το βγάζουν από τον κόσμο. Όλα αυτά τα λεφτά που έδωσαν τα κράτη στις τράπεζες, μετατράπηκαν σε δημόσιο χρέος. Και ξαφνικά μας είπανε ότι πολύ ζούμε, μεγάλες συντάξεις παίρνουμε, πολλές φροντίδες απολαμβάνουμε και άρχισαν να μας τα μαζεύουν.

Δείτε αυτή τη νοοτροπία στα τελευταία μέτρα. Οι πλούσιοι, λέει, δεν πληρώνουν λεφτά για να αποφύγει η χώρα τη χρεοκοπία. Ωραία, έχουμε 3 εκ. φορολογούμενους, στους οποίους επιβάλουμε μόνιμο έκτακτο φόρο που αρχίζει από εκείνον που έχει εισόδημα 12χιλ.€, δηλαδή ούτε χίλια ευρώ το μήνα, για να μαζέψουμε 1,5 δις! Υπάρχουν πράγματι μικρομεσαίοι που φοροδιαφεύγουν, κάποιοι απατεώνες, έχουν πλουτίσει κιόλας. Αλλά η κυβέρνηση, αντί να ψάξει αυτούς, βάζει ένα πεντακοσάρικο ετήσιο κεφαλικό φόρο. 500 ευρώ σε κάθε ελεύθερο επαγγελματία. Φτάσανε στο σημείο, να αυξήσουν το ΦΠΑ κατά δέκα ολόκληρες εκατοστιαίες μονάδες, ακόμη και στο σουβλάκι, το αναψυκτικό. Αυτό δεν έχει ξαναγίνει. Είναι σαν τη διαφήμιση που λέει, «στις δυο πίτσες, μια τρίτη δώρο». Τώρα είναι σαν στις δέκα πίτσες που αγοράζετε, τη μία να την τρώει το υπουργείο οικονομικών. Και στους κάθε δέκα χυμούς που αγοράζουν τα νεαρά κορίτσια για να διατηρούνται δροσερά και ωραία, ο ένας θα πηγαίνει κι’ αυτός στην κυβέρνηση, προφανώς για να χωνέψει τις πίτσες και τα σουβλάκια που έφαγε από τους προηγούμενους!

Ευτύχης Μπιτσάκης: Η ιστορία ξεκινάει από πολύ πιο παλιά…


Δράση για μια Άλλη Πόλη - Πού πάμε - Ευτύχης... by DrasiVrilissia

Το θέμα είναι βαθύ, αφορά τη βαθειά δομική κρίση του σημερινού καπιταλισμού και όχι το «μαζί τα φάγαμε», αφορά συνολικά το πού πάει ο σημερινός κόσμος, με τις ιδιοτροπίες της ελληνικής περίπτωσης και των κυβερνήσεων των δυο - κληρονομικώ δικαίω- πρωθυπουργών, που είχαμε τα τελευταία χρόνια. Η χρεοκοπία είναι δεδομένη. Αλλά το ερώτημα είναι, ήταν μονόδρομος; Δεν μπορούσε να γίνει τίποτε άλλο; Συνήθως η προπαγάνδα λέει ότι ήταν αδιέξοδο, ότι δεν ξέρανε, ότι φάγανε κτλ. Εδώ πρέπει να δούμε ότι η ιστορία, όσο κι αν φαίνεται αναχρονισμός, ξεκινάει από το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Από το 1949-50, αντί να υπάρξει –και πώς να υπάρξει με τις κυβερνήσεις που υπήρχαν- μια ανάπτυξη κατά το δυνατόν ορθολογική και συγκροτημένη, εγκαταλείφτηκε η ύπαιθρος, ειδικά οι ορεινές περιοχές και η Αθήνα από 700χιλ. που είχε όταν ήρθα εγώ το ’46, έφτασε τα 6 εκατομμύρια. Δεν υπάρχει καμία χώρα στον κόσμο που έχει το μισό της πληθυσμό στην πρωτεύουσα. Η οικονομία μας δεν είναι βιώσιμη. Το 15-17% περίπου της οικονομίας ανταποκρίνεται στην ελληνική παραγωγή, όλα τα άλλα είναι υπηρεσίες και ότι άλλο θέλετε. Από εκεί πρέπει να ξεκινήσουμε: η χώρα μας βρίσκεται σε παρακμή, η οικονομία μας δεν είναι βιώσιμη.

Εκεί επάνω προστέθηκαν όλα τα άλλα: Αυτό το ελεεινό κράτος, τα τρισεκατομμύρια της Ολυμπιάδας που φροντίζουμε να τα ξεχνάμε, οι τρομεροί πολεμικοί εξοπλισμοί που δεν τους έχουμε ανάγκη, οι μισθοί των χρυσοκάνθαρων των τραπεζών, των δημοσίων υπηρεσιών, των τηλεοράσεων, η εκκλησία που πρέπει εμείς να χρηματοδοτούμε, (η θρησκευτική πεποίθηση είναι προσωπικό ζήτημα, κατά συνέπεια η εκκλησία πρέπει να χρηματοδοτείται από τους πιστούς της και δεν καταλαβαίνω γιατί ένας μουσουλμάνος ή άθεος πρέπει να χρηματοδοτεί το ιερατείο της καθ’ ημάς ορθοδόξου εκκλησίας), όλα αυτά είναι συμπληρωματικά βάρη σε μια μη βιώσιμη οικονομία.

Φτάσαμε το χρέος στα 445 δισεκατομμύρια. Ας πούμε ότι μας δίνουν και το δάνειο των 100 δις. Πού θα πάνε αυτά τα λεφτά; Τα 80 με 90 θα πάνε στα τοκοχρεολύσια, συνεπώς το χρέος θα αυξηθεί κατά 80 με 90 δισεκατομμύρια κι’ έτσι, το χρέος θα ανεβαίνει, οι μισθοί θα κατεβαίνουν και η οικονομία μας θα είναι καθοδική. Έξοδο από αυτή την καταστροφική πορεία, τουλάχιστον εγώ, που δεν είμαι οικονομολόγος, δεν βλέπω.

Τι κάνουμε λοιπόν; Ένας αγρότης είχε δέκα ρίζες ελιές και έβγαζε λάδι. Έπεσε κακή χρονιά, δεν είχε ξύλα, έκοψε τις ελιές του για να ζεσταίνεται. Τον επόμενο χρόνο θα πεθάνει. Αυτό κάνει και η κυβέρνηση. Ξεπουλάει τον ΟΤΕ, μια τεράστια κερδοφόρα επιχείρηση. Πάει να ξεπουλήσει τη ΔΕΗ, το ίδιο, κερδοφόρα, τα ΕΛΤΑ, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια. Αυτά καταρχήν, είναι πράξεις εθνικής προδοσίας. Όταν ξεπουλάς έδαφος ή δημόσιες κερδοφόρες επιχειρήσεις, αυτό λέγεται προδοσία, η ποινή κάποτε ήτανε θάνατος, ευτυχώς, δεν έχουμε πια θανατική ποινή, ωστόσο όλοι αυτοί πρέπει να μετοικήσουν κάποτε τον Κορυδαλλό, όχι σε σουίτες, σε σκέτα κελιά. Το κράτος είχε έσοδα από αυτές τις ρωμαλέες επιχειρήσεις, θα πάψει να έχει έσοδα και θα βουλιάζει ακόμη περισσότερο. Το 2008, όταν η κυβέρνηση σκεφτόταν να ξεπουλήσει το 30% του ΟΤΕ, τον είχανε λογαριάσει στην εξευτελιστική, τρισάθλια, τιμή των 4 δις., σαν να ήταν μια επιχείρηση μεσαίου μεγέθους. Τώρα ξεπουλάνε το 10% έναντι 400εκ., δηλαδή, 3 φορές λιγότερο από την τιμή του 2008, η οποία, είπαμε, ήταν κι’ αυτή πολύ χαμηλή. Έπρεπε να πάνε ισόβια αυτοί που καθόρισαν αυτές τις τιμές. Όλα αυτά τα γιγαντιαία έργα, οι κρατικές επιχειρήσεις που γίνανε από τη δουλειά τη δική μας, από τους φόρους τους δικούς μας, ξεπουλιούνται πραγματικά έναντι πινακίου φακής. Και δε σώζεται η κατάσταση!

Να πω λοιπόν εδώ μερικές ιδέες, ως μη οικονομολόγος: Λιμνάζουν στις ελληνικές τράπεζες 200δις μικροκαταθετών. Αν το κράτος έβγαζε κάποιο ομόλογο, με ένα μικρό επιτόκιο, εμείς οι μικροί που πάντα έχουμε κάτι στην άκρη μη συμβεί τίποτα κακό, θα αγοράζαμε το ελληνικό ομόλογο, και από πατριωτισμό αλλά και από συμφέρον. Σ’ αυτή την περίπτωση το κράτος δεν θα πλήρωνε 6 και 7% επιτόκια στους τοκογλύφους, θα έμενε το χρήμα εδώ και οι μικροκαταθέτες κάτι θα κέρδιζαν κι’ αυτοί, ενώ τώρα ρημάζονται. Δεύτερο στοιχείο: Μπορούσαν να φορολογήσουν τις Off Shore επιχειρήσεις, τις τράπεζες αντί να τους δίνουν 80δις, την εκκλησία αντί να τη χρηματοδοτούν. Επίσης, λέει ο καθηγητής Μπέης, διαπρεπής νομομαθής, ότι έχουν φύγει 400δις στο εξωτερικό παράνομα. Η κυβέρνηση δικαιούται να τους καλέσει εντός ορισμένης προθεσμίας να δηλώσουν πόσα λεφτά έχουν έξω. Και όσοι δεν τα δηλώσουν, να θεωρηθεί ότι αυτά είναι προϊόν υπεξαιρέσεως και άρα παράνομα και άρα να πει στους Γάλλους, Γερμανούς και άλλους τοκογλύφους, από κει θα πάρετε τα λεφτά σας, όλα αυτά είναι κατά τον καθηγητή Μπέη απολύτως νόμιμα και συνεπώς θα μπορούσε έτσι να βρει μια διέξοδο η λαμπρή μας κυβέρνηση.

Ποιος θα τα κάνει όμως όλα αυτά; Εδώ είναι το πρόβλημα. Ο καθηγητής Κασιμάτης, συνταγματολόγος και παλιός σύμβουλος του Παπανδρέου, ένας λαμπρός επιστήμονας και εξαιρετικός άνθρωπος, που δεν προέρχεται από την αριστερά, από το Κέντρο προέρχεται, δημοσίευσε τα εξής στο τελευταίο τεύχος της «Ουτοπίας», που με δυο λόγια θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω. Είπε λοιπόν, ότι το μνημόνιο δεν είναι μνημόνιο, είναι μια φοβερή σύμβαση, που μας έχει δέσει χειροπόδαρα. Μπορεί ο κάθε δανειστής μας να μεταφέρει το δάνειό του σε άλλη χώρα και να έρθει αυτή η άλλη χώρα να μας κάνει κατάσχεση, να κατασχέσει οποιαδήποτε κρατική περιουσία. Συνεπώς αυτή η σύμβαση είναι απολύτως αντισυνταγματική, δεν κυρώθηκε ποτέ από την βουλή, απλώς μοιράστηκε το κείμενο και δεν συζητήθηκε, αυτά λέει ο καθηγητής Κασιμάτης, άρα εδώ έχουμε ένα δεύτερο στοιχείο προδοσίας γι’ αυτούς που ξεπουλάνε την Ελλάδα μ’ αυτόν τον τρόπο.

Ποιος θα αγωνιστεί για την έξοδο απ’ αυτήν την καταστροφή; Μπορεί η αριστερά, καταρχήν, και από κει και πέρα, όσοι από τον ελληνικό λαό, τα 9/10 που είναι θύματα αυτής της κατάστασης, καταλάβουν επιτέλους ότι πρέπει να ξεμπλέξουμε με αυτούς τους απατεώνες των δυο μεγάλων κομμάτων και συνολικά μ’ αυτό το καθεστώς της γενικευμένης ανταγωνιστικότητας, κλοπής και εξαπάτησης.

Ακούμε διάφορα πράγματα από την αριστερά. Ανατροπή, επανάσταση, κομμουνιστική απελευθέρωση. Εμένα αυτά δεν μου λένε τίποτα! «Να φύγουμε από την Ε.Ε.». Ούτε αυτό μου λέει τίποτα, εκφράζω την προσωπική μου γνώμη. «Έξω από το ευρώ». Κι’ αυτό δεν μου λέει τίποτα. Πρέπει να ξεπεράσει η αριστερά την παλιά της αρρώστια. Το ότι ποτέ δεν συνέδεε διαλεκτικά τη στρατηγική με την τακτική. Ποιο είναι το άμεσο, το πρώτο, το μικρό, από το οποίο ξεκινάμε. Πώς αυτό υποτάσσεται στο στρατηγικό στόχο. Πώς είμαστε ευλύγιστοι στα καθημερινά, τα τρέχοντα, με τα οποία θα προχωρήσουμε και άτεγκτοι στο στρατηγικό στόχο. Ποιος πρέπει να είναι ο στρατηγικός στόχος σήμερα; Σοσιαλισμός και τέρμα, δεν υπάρχει ελπίδα στον καπιταλισμό. Μπορεί να χρεοκόπησε η πρώτη μορφή, η πρώτη απόπειρα δημιουργίας σοσιαλιστικών κοινωνιών, αλλά πλέον ο καπιταλισμός έχει αγγίξει τα ιστορικά του όρια, το μόνο που μπορεί να κάνει με τους πολέμους για τις πρώτες ύλες και κυριαρχία, να φτάσουμε σε κάποια στιγμή σε πυρηνικό πόλεμο και καταστροφή. Δεν είναι ωραίο πράγμα να τα λέει κανείς αυτά, είναι όμως συνδεμένα με το γενικευμένο ανταγωνισμό, που είναι σύμφυτος με τον καπιταλισμό και τους πολέμους της νέας τάξης και όσα βλέπουμε στις μέρες μας.

Αυτό που εγώ βλέπω είναι να ξεσηκωθεί ο κόσμος και να αγωνιστεί για τα καθημερινά. Να μην κοπούν οι συντάξεις, οι μισθοί, να μην ανεβούν ούτε τα ταχυδρομικά τέλη. Τι θα γίνει με τους αγρότες που καταστρέφονται; Ένα μπουκάλι νερό, μισό κιλό λάδι. Να αγωνιστούμε για την επιβίωση του ελληνικού λαού. Να αγωνιστούμε για να γίνει μια αναδιανομή του εθνικού εισοδήματος, τέτοια, που να επιβιώσει ο λαός. Αυτό είναι το πρώτο και το άμεσο. Εκεί όλοι συμφωνούμε, από το ΚΚΕ μέχρι την εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Μετά, να δούμε πώς μέσα από αυτή την κινητοποίηση, την ενότητα των λαϊκών μαζών, μπορεί να αρχίσει ένας διάλογος για τα παραπέρα. Να υποχρεώσουμε τα διάφορα κόμματα και τις οργανώσεις της αριστεράς να αρχίσουν να κουβεντιάζουν, να κάνουνε κοινές διαδηλώσεις αντί να κάνουν ο καθένας τη δικιά του, να κουβεντιάζουμε μέσω των εφημερίδων, των περιοδικών, στην πλατεία Συντάγματος, για να προχωρήσει ο προβληματισμός του τι μπορεί να γίνει, άμεσα μέτρα βελτίωσης της κατάστασης.

Αυτό όμως σημαίνει ότι πρέπει να δούμε τα μεγάλα θεωρητικά προβλήματα, να δούμε π.χ. τι θα κάνουμε με το ευρώ. Για να βγούμε έξω από το ευρώ, πρέπει πρώτα να συμφωνήσουν οι οικονομολόγοι μας ότι η ελληνική οικονομία είναι βιώσιμη έξω από το ευρώ. Δεν μου πέφτει λόγος, απλώς λέω ότι εγώ δεν το καταλαβαίνω. Για να βγούμε από το ευρώ, τι θέλουμε; Θα μας βγάλει ο Παπανδρέου ή ο Σαμαράς; Όχι βέβαια, αυτοί είναι δούλοι δούλων. Πρέπει να έχουμε λοιπόν μια προοδευτική κυβέρνηση. Να αγωνιστούμε λοιπόν για να αλλάξει ο συσχετισμός δυνάμεων στην πολιτική κονίστρα, ώστε μια προοδευτική κυβέρνηση, που δεν χρειάζεται σώνει και καλά να είναι της αριστεράς, ηγετική δύναμη θα είναι η αριστερά, αλλά θα περιλαμβάνει και άλλες δυνάμεις που θα συνεργαστούν με την αριστερά. Κι’ όταν δούμε ότι έχουμε τη δύναμη και είναι σωστή η θέση «έξω από το ευρώ», να βγούμε από το ευρώ.

Κατά μείζονα λόγο θεωρώ ότι η θέση «έξω από την Ευρωπαϊκή Ένωση» δεν έχει θεμελίωση. Καταρχήν, ούτε εδώ συμφωνούν οι οικονομολόγοι και είμαστε υποχρεωμένοι να τους ακούμε, αλλά το ερώτημα είναι, έξω από την Ε.Ε., είναι βιώσιμη η οικονομία μας; Μας βοήθησε η Ε.Ε.; Όχι, μας χαντάκωσε, αλλά τι γίνεται αν είμαστε έξω; Επίσης, για να βγούμε από την Ε.Ε. θέλουμε ακόμη πιο προοδευτική κυβέρνηση! Ας αγωνιστούμε λοιπόν για τα προβλήματα, να μην πεθάνουμε από την πείνα, ας συνεργαστούμε αριστεροί, δημοκράτες, πατριώτες, για να διεκδικήσουμε την επιβίωσή μας, ας υπάρξει μια διαδικασία θεωρητικού διαλόγου, συγκλήσεων και κοινών αγώνων, ώστε να μπορέσουν να ηγεμονεύσουν οι δυνάμεις εναντίον του μνημονίου και όλων των δεσμών που έχουμε, και συνολικά οι αντικαπιταλιστικές δυνάμεις. Και τότε βλέπουμε.

Πρέπει ακόμη να δούμε, τι γίνεται με το κίνημα, με το αυθόρμητο. Το ΚΚΕ π.χ. μυκτηρίζει αυτούς που αγωνίζονται. Μα βέβαια, είναι όλοι εκεί κάτω, και αριστεροί και αναρχικοί και οικολόγοι και ότι άλλο θέλεις. Καλά κάνουν και είναι εκεί και μπράβο τους. Και θα ακουστούν και συνθήματα, με τα οποία εγώ τουλάχιστον και πολλοί άλλοι δεν θα συμφωνούσαν. Αυτό είναι το πρόβλημα; Ή ότι για πρώτη φορά έχουμε ένα αξιοπρόσεχτο αυθόρμητο κίνημα που γεννάει μια πρώτη αισιοδοξία. Τα κόμματά μας λοιπόν τα θαυμαστά, να δούμε αν μπορούμε να διδαχτούμε απ’ αυτό το κίνημα. Και ταυτόχρονα, επειδή υποτίθεται ότι έχουμε μεγαλύτερη πείρα, αν μπορούμε να συμβάλουμε στο να προχωρήσει περισσότερο, βαθύτερα. Και σε συνεργασία με τα κόμματα, όχι καπέλωμα, αν μπορεί να γίνει μια δύναμη που θα ταράξει το σύστημα.

Για την ώρα, ο ΣΥΝ –και γι’ αυτό τον βρίζουν, και για άλλα- είναι μέσα, με τις δυνάμεις που έχει, με τον τρόπο που αντιμετωπίζει το θέμα. Η εξωκοινοβουλευτική αριστερά είναι μέσα, κι’ αυτή με τον τρόπο της στηρίζει το κίνημα. Το ΚΚΕ, έχει ιστορική ευθύνη, γιατί για πολλοστή φορά πάει να χάσει την ευκαιρία. Οι έλληνες αριστεροί έχουν ένα ταλέντο, να κερδίζουν συνεχώς μάχες και να χάνουν τον πόλεμο! Το 44 ήταν εξουσία και την παραδώσανε. Το 74 είχε καταρρεύσει ουσιαστικά το σύστημα, έλεγε ο Παπανδρέου «αλλαγή» κι έλεγε το ΚΚΕ «πραγματική αλλαγή». Τι θα πει πραγματική αλλαγή δεν ξέρω, η έννοια δεν υπάρχει στο μαρξισμό. Κέρδισε ο Παπανδρέου και για πρώτη φορά ρίζωσε σοσιαλδημοκρατία στην Ελλάδα. Τώρα είναι μια τρίτη ευκαιρία κι αν συνεχίσει έτσι το ΚΚΕ, θα την χάσουμε κι’ αυτή, εκτός κι αν ξεσπάσει ένα τέτοιο κίνημα, που θα πετάξει στην άκρη όλους αυτούς που είναι ανάξιοι να καταλάβουν την τραγικότητα των στιγμών σήμερα.

Τώρα, πέρα από αυτά, θα ήθελα να τελειώσω με δυο λόγια για το σημερινό κόσμο. Πριν από τέσσερεις αιώνες, πάνω – κάτω, οι ιδεολόγοι του καπιταλισμού ήταν αισιόδοξοι. Γιατί; Γιατί λέγανε, η επιστήμη είναι δύναμη, με την επιστήμη θα δαμάσουμε τις δυνάμεις της φύσης, η επιστήμη διαλύει τα σκοτάδια και φέρνει τον ορθό λόγο, θα κυριαρχήσει η κοινωνία της αφθονίας και του ορθού λόγου. Τις συνέπειες τις ξέρουμε. Καταλήστευση του ευρωπαϊκού προλεταριάτου, γιατί εκεί ξεκίνησε ο πρώτος ορθολογισμός και διαφωτισμός, καταλήστευση και σφαγή των λαών των αποικιών, πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Μέσα από αυτά τα μαρτύρια και τις ανθρωποθυσίες βγήκε το σοσιαλιστικό στρατόπεδο και ελπίσαμε εμείς που ζήσαμε την καλή εποχή του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Σήμερα, σοσιαλιστικό στρατόπεδο δεν υπάρχει. Ο καπιταλισμός, μπορεί να είναι τώρα νικηφόρος, αλλά έχει αγγίξει τα ιστορικά του όρια. Είναι κίνδυνος για την ανθρωπότητα. Πόλεμοι για το πετρέλαιο, έχει δεν έχει ακόμη δέκα χρόνια πετρέλαιο η Αμερική αν στηριχτεί στις δυνάμεις της. Που θα πάει;

Ο καπιταλισμός, η βιομηχανική μορφή ανθρώπινης συμβίωσης, κατάστρεψε αποθέματα που χρειάστηκαν εκατοντάδες εκατομμύρια χρόνια για να δημιουργηθούν. Εξάντλησε τα φυσικά αποθέματα μ’ αυτή την τρελή κούρσα του, πάμε για πολέμους για την κατοχή τους, Η δυνατότητα αυτοκαταστροφής του ανθρώπινου γένους, δεν είναι πλέον επιστημονική φαντασία. Τι μπορούμε να κάνουμε; Μια ριζική αλλαγή. Όχι να αντιγράψουμε τα καπιταλιστικά πρότυπα ανάπτυξης, πράγμα που έκαναν οι Σοβιετικοί, κατανοητό εν μέρει για εκείνη την εποχή, αλλά για μια κοινωνία συλλογικότητας, αποκέντρωσης, (οικονομικής, πολιτικής και πολιτιστικής αποκέντρωσης), χωρίς μονοκαλλιέργειες που καταστρέφουν τα εδάφη και τη βιοποικιλότητα. Με τα λιπάσματα και τα υβρίδια και η παραγωγή φτάνει στα όριά της. Ή θα αναστραφεί όλη η πορεία και θα εναρμονιστεί η παραγωγή με τη φύση (έκφραση του Μαρξ είναι η φύση), ή ο πλανήτης θα καταληστευτεί, θα καταστραφεί και το ανθρώπινο γένος θα πάει όπου πάει. Είμαστε προϊόν της τύχης. Της φυσικής αναγκαιότητας και του τυχαίου. Δεν υπήρξε καμία αναγκαιότητα να δημιουργηθούμε και δεν έχει κανένα σκοπό η ιστορία. Εμείς θα αποφασίσουμε αν θα δώσουμε νόημα στην ύπαρξή μας και θα επιβιώσουμε, αν τα καταφέρουμε.

Δημήτης Α. Σεβαστάκης: Εμείς θα επινοήσουμε το τι θα κάνουμε!


Δράση για μια Άλλη Πόλη - Πού πάμε - Δημήτρης... by DrasiVrilissia

Το βασικό που σήμερα πρέπει να κάνουμε είναι να μην πέσουμε στη μαντεία ή στη βιαστική πρόβλεψη. Αν ακούσει κανείς οικονομολόγους, ανεξαρτήτως σχολής, στην πραγματικότητα ακούει ένα είδος επιστημονικοφανούς δεισιδαιμονίας. Κάπου σαν να διαβάζουν τα άστρα. Έχει καταστραφεί μέσα σε όλα, η ικανότητα να διαβάζουμε το συγκεκριμένο, να αναλύουμε το συγκεκριμένο και να παίρνουμε αποφάσεις για το συγκεκριμένο. Οι σχολές ανάλυσης είναι ποικίλες. Επίσης και οι σχολές πολιτικής ανάλυσης είναι ποικίλες. Υπάρχουν αυτοί που μιλάνε για μια δομική κρίση, υπάρχουν αυτοί που μιλάνε για ένα οικονομικό ελάττωμα -που αν το διορθώσουμε θα φτιάξουν τα πράγματα. Το ίδιο και στην πολιτική. Υπάρχουν αυτοί που λένε ότι το πολιτικό πρόβλημα της χώρας είναι η αντιπροσώπευση, άλλοι λένε ότι πρέπει να βγούμε από την Ε.Ε. και να αυτοσυσταθούμε, διάφορες σχολές, διάφορες γνώμες, αντίδικες, που στο τέλος συσκοτίζουν, αποκρύπτουν, διαχέουν, διασπείρουν την αιτία. Ποια είναι λοιπόν η αιτία; Πώς μπορούμε να απαντήσουμε σ’ αυτό το πολύ ισχυρό ερώτημα που θέτει η βραδιά; («πού πάμε;»).

Ένα μέρος του ερωτήματος οφείλεται στα εγγενή μας ελαττώματα, δηλαδή, στο ότι υπάρχουν κεκτημένα. Προχωράμε με έτοιμο λόγο, έτοιμη ανάλυση, ετοιματζίδικες λύσεις. Η αριστερά, λαμπρό παράδειγμα ενός ακαδημαϊκού λόγου, ο οποίος δουλεύει με στερεότυπα, κυρίως ηθικά στερεότυπα. Δεν αναλύει τους νέους όρους με τους οποίους το πραγματικό εκφωνείται και εκφράζεται, αλλά δουλεύει με τις πολιτιστικές μας αποφάσεις, οι οποίες είναι σ’ ένα πολύ μεγάλο βαθμό, επίσης στερεότυπες. Προσπαθεί να απευθυνθεί παραδείγματος χάριν, σ’ έναν αντιιμπεριαλισμό που κρύβεται στην ψυχή κάθε αριστερού, προσπαθεί να απευθυνθεί σ’ ένα ηθικό υπόστρωμα που κρύβεται επίσης στην ηγεμονική εκφώνηση της αριστεράς. Μ’ αυτό τον τρόπο δεν αναλύει, δεν απαντά, δεν συνθέτει. Στη θέση της αριστεράς, φυτεύεται η πλατεία.

Τι είναι λοιπόν η πλατεία; Πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε ένα τόσο αντιφατικό, ασύντακτο φαινόμενο, όπως είναι η πλατεία, οι πλατείες; Τι έφερε αυτού του είδους η διάχυτη διαμαρτυρία στην ελληνική σκηνή; Νομίζω ότι πριν απ’ όλα, έφερε την αποκάλυψη ότι δεν είμαστε μόνοι μας, να ακούμε το βράδυ, στην οθόνη μας τον εκφωνητή. Δεν είμαστε μόνοι, ιδρωμένοι και φοβισμένοι. Δεν είμαστε αυτοί οι απελπισμένοι, που την Παρασκευή θα βάλουμε την κάρτα και θα δείξει μηδέν. Είμαστε όλοι μαζί σ’ έναν κοινό, καταρχήν, φόβο. Κι’ αυτό δημιουργεί μια εκπληκτική ευδιαθεσία. .Πρέπει να δούμε το εξής: Οι μετρήσεις, οι αποτιμήσεις της κοινής γνώμης, μεταβλήθηκαν σημαντικά τον μήνα που ο κόσμος εκδηλώνεται συλλογικά. Που φτιάχνει μια πολιτική πολεοδομία νέου τύπου. Που βγαίνει έξω. Που συναντιέται και νοιώθει ότι μπορεί να φοβηθεί συγχρόνως με άλλους. Αυτό είναι ένα μεγάλο πολιτιστικό απόκτημα που η αριστερά δεν μπορεί ακόμα να το πάρει. Δεν μπορεί να το θερίσει, να το εκμεταλλευτεί.

Ένα άλλο στοιχείο: Όλες οι αποτιμήσεις έχουν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον τεχνικό πρόβλημα, δεν οδηγούν στη μια καθαρή αιτία. Στην περίοδο της προ του 1990 αριστεράς, υπήρχε ένας πολύ καθαρός κόσμος. Η Σοβιετική ένωση και οι άλλοι. Πολύ καθαρή θέση, ανεξαρτήτως αν κάποιος σταθμίζοντας, τοποθετούνταν έτσι ή αλλιώς, ήταν μια ευδιάκριτη ερμηνεία του κόσμου. Σιγά- σιγά αυτό άρχισε να διαταράσσεται. Και με τι το αντικατέστησε η πραγματικότητα; Μ’ ένα ηδονιστικό μοντέλο μικροαστικής επιτέλεσης. Μπορούμε να είμαστε, όχι η σχέση μας με τη Σοβιετική Ένωση ή με κάποια άλλη μεγάλη θεωρητική αναφορά, αλλά το νέο μας μεγαλύτερο αυτοκίνητο, το εξοχικό μας, η ευωχία της καθημερινής απόκτησης, της κατανάλωσης. Έληξε και αυτό. Κλείνει ο κύκλος του, αφού πρώτα δημιούργησε αυτή την τερατώδη νέα διάψευση. Η πρώτη ήταν μια πολιτική διάψευση, η δεύτερη μια πολιτιστική διάψευση. Και έρχεται σήμερα το ερώτημα, τι κάνουμε, με τι μπορούμε να υποκαταστήσουμε αυτό το τερατώδες έλλειμμα;

Το σύστημα δουλεύει πάρα πολύ σπασμωδικά και έξυπνα συγχρόνως. Σε απελπίζει. Η στρατηγική του συστήματος είναι η απελπισία. Είσαι ενδοτικός, παραλυτικός και παραχωρητικός. Εσύ απέναντί του, τι αντιτάσσεις; Ο κόσμος, κι’ όταν λέμε κόσμος εννοούμε αυτό το σύνολο από αντιφάσεις που βλέπει κανείς Σάββατο βράδυ στο σούπερ μάρκετ, ανθρώπους όλων των κατηγοριών, όλων των πολιτικών καταγωγών, κόσμος που καταλαμβάνει όλη την ταξική στάθμη, αυτός ο κόσμος, έδωσε μια σπασμωδική απάντηση, μιμήθηκε τις πλατείες, μιμήθηκε τα τηλεοπτικά γεγονότα της Ισπανίας, καταρχήν. Και σε δεύτερο χρόνο, στάθηκε και κατανόησε τον πολιτικό του εαυτό μέσα στις πλατείες. Αλλά αυτό είναι μια εύθραυστη απάντηση, δεν είναι μια απάντηση ανθεκτική. Και δεν είμαι σίγουρος, ότι η πολιτική σκηνή, τουλάχιστον ως προς την αριστερά, μπορεί να μεταβάλει αυτήν την απάντηση σε πολιτικό απόθεμα.

Μένει λοιπόν να δούμε με τι θα το αντικαταστήσουμε, ποιος θα είναι ο πρωτογενής μας πολιτικός λόγος. Σήμερα, για προσέξτε κάτι, παράγεται μια πραγματικότητα ερήμην του αγαθού. Έχουμε έναν οικονομικό φορμαλισμό -αυτό που λέμε χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό- ο οποίος ζει ερήμην του αγαθού, δηλαδή της παραγωγής και της πορείας του αγαθού. Αφήστε το σοσιαλισμό. Αυτή η απεξάρτηση του αγαθού από την τιμή του, αυτή η απεξάρτηση της οικονομίας και της διασποράς αγαθών, πέραν του πρωτογενούς αγαθού, είναι ένα τεράστιο πρόβλημα που δεν αφορά μόνο την οικολογική καταστροφή, αφορά και την πολιτισμική μας σύσταση. Θυμηθείτε: η Ελλάδα παρήγαγε λάδι και κρασί. Μέσα από την ευρωπαϊκή εμπειρία αυτό διαλύθηκε, η Ελλάδα άρχισε να παράγει επιδοτήσεις. Δηλαδή, ο πρωτογενώς παραγωγικός αγρότης, που αυτοσχεδίαζε και άλλαζε κατά περιόδους την παραγωγή, (γιατί ο καπνός δεν «έπαιρνε» τιμή κλπ), αυτή η επινόηση της παραγωγής, τσακίστηκε πίσω από μια δωροδοκία.

Υπαλληλοποιήθηκε ένα ολόκληρο έθνος, μπήκε στο περιθώριο της παραγωγής, με αποτέλεσμα, όχι μόνον να μην αναπαράγει τα μέσα της ύπαρξής του, όχι μόνον να μην μπορεί να πλουτίσει ή να αναπτυχθεί παραγωγικά, αλλά να μην έχει το σθένος να αντισταθεί. Είναι ένα έθνος που δεν έχει το σθένος να αντισταθεί. Μιλάμε όλοι για πολιτικές κτήσεις, όταν έχει τρυπήσει το ίδιο το παραγωγικό ψαχνό μας. Και σ’ αυτήν την μεγάλη μετατόπιση, από την οικονομία στην αφήγηση, από την παραγωγή του αγαθού στην φαντασιακή αποτίμησή του, η αριστερά δεν απαντάει ή είναι και συνένοχη. Πολλές πλευρές της αριστεράς είναι συνένοχες. Δεν υπήρχε αίτημα, που να μην είναι δίκαιο, να μην είναι εύλογο, που να μην είναι αξιόπιστο, είτε ήταν πράγματι δίκαιο, είτε ήταν άδικο. Αυτός ο εξομοιοτισμός, είναι ανήθικος και ιδρυτικά αντιαριστερός. Σαν αριστεροί απολογηθήκαμε για ένα σύστημα που εξαγόρασε με διορισμούς και με ρουσφέτια, που έχτισε την ιδιοτελή προσδοκία. Θυμάμαι καλά τις εθνικοτοπικές οργανώσεις του ΠΑΣΟΚ, (το οποίο δεν υποβαθμίζω, είχε κοινωνικά ριζώματα), με τα τσάμπα ταξίδια με την Ολυμπιακή ή με τα πλοία, (με τη φεσωμένη Ολυμπιακή), για να πάνε να ψηφίσουν στις εκλογές, μάζες ψηφοφόρων προς την επαρχία, θυμάμαι τον πολιτισμό της πολιτικής συναλλαγής και θυμάμαι την αριστερά μέσα της να τα δικαιώνει, να μην μιλά, να μη διαμαρτύρεται, να μην προσπαθεί να συγκροτήσει έναν διακριτό λόγο, όχι ηθικολογικό, που να φέρνει την ανάλυση σε τελείως διαφορετικό πεδίο.

Έρχονται τώρα σ’ αυτή την συνενοχή πάνω, σ’ αυτήν την εξομοίωση των πάμπερς και των ψεύτικων συντάξεων αντίστασης, να εξομοιώσουν τον απλό πολίτη της μικρής ανομίας του ημιυπαίθριου με τον καταπατητή και τον σφετεριστή. Σ’ αυτό το εύφορο πεδίο δίδεται η χώρα. Αυτό έχουμε πάθει. Δίδεται η χώρα σ’ αυτή τη συνενοχή. Κι’ αυτό δεν είναι ηθικολογικό πρόβλημα, είναι βαθειά πολιτικό πρόβλημα. Και όλοι μας ψελλίζουμε, μας οδηγούν σε μια έκρηξη διαμαρτυρίας, όταν είμαστε αρχιτεκτονισμένοι, κτισμένοι, πάνω σ’ αυτή τη μικρή ανταλλαγή.

Οι περισσότεροι, ανήκουμε σε γενιές που έχουν ζήσει πολύ χειρότερα. Δεν φοβόμαστε το χειρότερα. Φοβόμαστε τη διάψευση! Είναι η πρώτη περίοδος της ιστορίας μας, τουλάχιστον μεταπολεμικά, που δεν έχεις να προσδοκάς κάτι καλύτερο. Ακόμη και την περίοδο της τερατωδίας του εμφυλίου, προσδοκούσες έναν δεύτερο όροφο –παρ’ όλο που ήσουνα αριστερός και σε δίωκαν. Προσδοκούσες το αγαθό του καλοκαιριού. Προσδοκούσες τη χαρά της απόκτησης, του ονείρου, προσδοκούσες να σπουδάσει η κόρη σου. Είναι η πρώτη φορά που αυτό τορπιλίζεται, διαψεύδεται και τσακίζεται. Και σ’ αυτό το πεδίο μιας δομικής ρευστοποίησης, πρέπει να απαντήσουμε.

Είναι πολύ σκληρό να απαντήσουμε στο «πού πάμε;» και στο «τι να κάνουμε», εντούτοις πρέπει, δεν μπορούμε να το αποφύγουμε! Δεν υπάρχει καμιά μεγάλη αναφορά για να μας σώσει, δεν υπάρχει το «κίνημα» -έτσι όπως το εννοούσαμε- για να μας σώσει, ωστόσο πρέπει να επανανοηθούμε από το μηδέν. Αυτές οι κοινότητες συνομιλιών, φόβου, στεναχώριας, κρυμμένης ελπίδας και οργής που στήνονται παντού, (είναι μια πλατεία και σήμερα εδώ, πρέπει να το πούμε), αυτές οι κοινότητες συλλογικοτήτων είναι πολύτιμες και πρέπει να τις υπερασπιστούμε, γιατί εμείς θα πρέπει να επινοήσουμε το τι θα κάνουν, εμείς θα το χτίσουμε. Έχουμε απόλυτη ανάγκη μιας συνεύρεσης, μιας συνομιλίας, να ξαναβρούμε το συλλογικό υπόστρωμα. Οι οικονομικές αναλύσεις βέβαια, είναι καλά θεμελιωμένες. Όντως, το χρέος είναι αυτοτροφοδοτούμενο και εκτός ελέγχου. Μάλιστα, αν πιστέψω τον Καζάκη, (σε μια εξαιρετική, πυκνή, συνέντευξη, που έδωσε στο Ράδιο 9), την τελευταία δεκαετία, αυτό που θέλαμε να κάψουμε, πέρα από αυτό που βγάζαμε ως κράτος, ήταν 20 δισεκατομμύρια. Για 20 δισεκατομμύρια, έχουμε φτάσει εκεί που περιέγραψε ο Δελαστίκ. Το χρέος δεν είναι εξυπηρετήσιμο. Εντούτοις πρέπει να βρούμε τα πολιτικά εργαλεία για να το εξυπηρετήσουμε, για να διαπραγματευτούμε. Όχι με τους κανονιστικούς όρους του Σαμαρά, με πολλές πηγές δανεισμού, με διαφορετικές πηγές δανεισμού και κυρίως με πολιτικούς εκβιασμούς. Πρέπει να βρούμε τον κώδικα με τον οποίο θα βάλουμε μέσα στην οικονομία την πολιτική. Και τη γεωστρατηγική. Δεν γίνεται αλλιώς. Είμαστε μια πολύτιμη στρατηγική μερικότητα, ένα κομμάτι ενός πάζλ και πρέπει αυτό να μπορούμε να το μεταχειριστούμε και για την οικονομία μας.

Κι’ επίσης πρέπει να χειραφετηθούμε ως προς την παραγωγή. Η αναδιάρθρωση της αγροτικής παραγωγής, (και όχι μόνο η απεξάρτησή της από τα φυτοφάρμακα), το να γίνει αυτή πολιτιστικό και παραγωγικό κέντρο, να ξαναποκτήσει νόημα η σχέση αγοράς και αιτίας, είναι πάρα πολύ προοδευτικό, αριστερό και επαναστατικό αίτημα. Όχι επιχορήγηση, παραγωγή και επανάκτηση του αγαθού. Αυτά είναι μικρά, πολύ σημαντικά πράγματα, φαίνονται αυτονόητα, έχουν γίνει σπάνια, αυτό είναι η πολιτιστική καταστροφή, ότι έχουν δημιουργήσει σπανιότητα σε κάτι που ήταν αυτονόητο, κερδισμένο.

Ο Λιναρδάτος, σε μια συγκεφαλαίωση της ελληνικής ιστορίας, (αν και δεν είναι γοητευτικός ως κειμενιστής), λέει ορισμένα πράγματα, τη δεκαετία του ’50, όταν γινόταν η μαζική εκμηχάνιση της αγροτικής παραγωγής, εντόπιζε ένα πρόβλημα. Έλεγε, ναι, βελτιωνόμαστε παραγωγικά, αλλά μένουν άνεργοι οι άνθρωποι. Ο μετεμφύλιος και οι πολιτικές διώξεις έδωσαν άλλοθι, έσπρωξαν τον κόσμο στις πόλεις και τότε αναγκάστηκαν να επινοήσουν χρήσεις για τους ανθρώπους, εργασίες για τους ανθρώπους. Να ο οικονομικός φορμαλισμός πως φυτεύεται από μια πολιτική επιλογή ή από μια μεταπρατική επιλογή. Όλα αυτά μπορούμε να τα ξανασκεφτούμε, ξαναβγαίνοντας έξω. Έχω δει το εξής: πηγαίνεις σε μια συζήτηση στο μέγαρο μουσικής, που μπορεί να έχει σαν κεντρικό της ερώτημα τη σχέση θεολογίας και μαρξισμού. Πηγαίνεις σε πολιτική συζήτηση στο ίδρυμα Ωνάση που έχει στο επίκεντρο τα θεμελιακά παραγωγικά ελαττώματα που συγκρότησαν την κρίση και πώς αυτά συναρτώνται με την ιστορία. Ακαδημαϊκά θέματα. Ο καημός όμως του κόσμου από κάτω, είναι ίδιος. Σηκώνονται άνθρωποι εξοργισμένοι και θέλουν μια σαφή, προσδιορισμένη, συντεταγμένη κουβέντα που να λέει, ποιος φταίει και τι μπορώ να κάνω! Είναι εκπληκτική αυτή η ένωση διαφορετικού κοινού, που πάει σε διαφορετικά πεδία, που ίσως έχει διαφορετική κοινωνική επένδυση, όμως καταλήγει στο ίδιο απελπιστικό ερώτημα. Όμως, δεν υπάρχει μια σαφής απάντηση, παρά μόνο μια συλλογική διαρκής ανάλυση.

Πάντως εγώ στο «πού πάμε;», απαντάω, ότι αύριο τουλάχιστον, την Τρίτη και την Τετάρτη, (σσ. εννοεί τις συγκεντρώσεις στις 28 και 29 Ιουνίου), ξέρω πού θα πάω. Και εκεί που θα πάω, με την κόρη μου, σας το προτείνω, να κατέβουμε κάτω…
Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2019 H Δράση στο facebook Το κανάλι μας στο YouTube
 
Ακροβάτες στο χαρτί Ακροβάτες στο χαρτί
Cine Δράση

Τελευταία θέματα

Τοιχο-διωκτικά
ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΒΑΤΟΥΣΙΟΣ
Για όλους εμάς που αγαπήσαμε τη θάλασσα είναι μοιραίο κάποτε να κολυμπήσουμε στο κενό.


Τα σχόλια σας...


Δημοτικές Εκλογές 2019


Δημοτικές Εκλογές 2014


ΓΠΣ Βριλησσίων 2011


Δημοτικές Εκλογές 2010


Παιδεία 2009




Καλλικράτης: απόψεις και θέματα

Η κρίση και το πρόγραμμα σταθερότητας

Το στέκι της Δράσης 

Το νέο στέκι της «Δράσης», Πάρνηθος 21 Βριλήσσια τηλ. 211-116-5797. H δωρεάν δανειστική βιβλιοθήκη και ταινιοθήκη λειτουργεί κάθε Δευτέρα 12:00-2:00μμ, Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη 6:00-8:00μμ.




   
© 2006 - 2019 Δράση για μια Άλλη Πόλη
Κατασκευή - επιμέλεια ιστοσελίδας: Μάκης Ετζόγλου