Τα προτεκτοράτα έχουν και τη Δικαιοσύνη που τους αξίζει…

15 χρόνια κάθειρξης σε 51χρονη καθαρίστρια, που πριν 20 χρόνια είχε πλαστογραφήσει απολυτήριο Δημοτικού Σχολείου.

Την εποχή που κλαδεύονται τα δέντρα, κέρδιζε δεκαοχτώ σολντιά κάθε μέρα· έπειτα κοιτούσε άλλες δουλειές, πότε θεριστής, πότε σκαφτιάς, πότε αγελάρης, πότε χαμάλης. Έκανε ό,τι μπορούσε. Δούλευε κι η αδελφή του, μα τί νάκανε αφού είχε εφτά ανήλικα να θρέψει; Να ένας οικτρός σωρός ψυχών, που τον εκύκλωσε λίγο λίγο η φτώχεια και τον έσφιξε. Ήρθε και μια βαρυχειμωνιά. Ο Γιάννης έχασε κάθε δουλειά, η οικογένεια στερήθηκε και το ψωμάκι. Έμεινε νηστική κυριολεκτικώς. Εφτά παιδιά! Ήτανε βράδυ Κυριακής, όταν ο ψωμάς που ήτανε στην πλατεία της εκκλησίας, στη Φαβερόλ, ετοιμαζότανε να πέσει να κοιμηθεί. Ακούει δυνατό χτύπημα στα τζάμια της βιτρίνας του μαγαζιού του, που προφυλαγότανε από ένα δίχτυ συρμάτινο. Τρέχει να ιδεί τί έγινε και το μάτι του προφταίνει ένα χέρι που, αφού είχε σπάσει με δυνατή γροθιά και σύρματα και τζάμια, άρπαξε ένα ψωμί. Τρέχει αμέσως έξω ο ψωμάς, βλέπει τον κλέφτη πούφευγε τρεχάλα. Τον κυνηγάει, τον πιάνει. Ο κλέφτης είχε ρίξει κάτω το ψωμί, μα το χέρι του ήταν ακόμη καταματωμένο. Κλέφτης ο Γιάννης Αγιάννης. Αυτό στα 1795. Τον πάνε τον Γιάννη στα δικαστήρια εκείνου του καιρού ως «ένοχον κλοπής, διαρρήξεως, διαπραχθείσης νύκτα εις οικίαν κατωκουμένην». Ο Γιάννης είχε ένα τουφέκι και ήξερε να το μεταχειρίζεται όσο κανένας· έτυχε δε και να τον ιδούνε κάποτε να κυνηγάει στα δάση, όπου, απαγορευότανε το κυνήγι για λόγους δημοσίας ασφαλείας. Αυτό τον έβλαψε πολύ. Στον τόπο μας, υπάρχει γι' αυτούς τους λαθροθήρας μια βάσιμη πρόληψη. Ο λαθροθήρας έχει με τον ληστή και τον πειρατή συγγένεια πράγματι μεγάλη· υπάρχει όμως πάλι άβυσσος ανάμεσα στους ανθρώπους αυτούς και στους φονιάδες των πόλεων. Ο λαθροθήρας ζει στα δάση· ο ληστής στα βουνά· ο πειρατής στις ακρογιαλιές και στο πέλαγος· οι πολιτείες δε κάνουν τους ανθρώπους ωμότερους, γιατί τους διαφθείρουν οι πολιτείες. Τα βουνά, τα πέλαγα, τα δάση, εξαγριώνουν τα δάση, μεγαλώνοντας τα θηριώδη του ένστικτα, μα πολλές φορές δεν σβήνουν τα ένστικτά του τα φιλάνθρωπα. Ο Γιάννης Αγιάννης κηρύχθηκε ένοχος. Ο νόμος ήταν ρητός. Υπάρχουνε στον πολιτισμό μας μερικές τρομερές ώρες· σε στιγμές που ποινικό δικαστήριο σημειώνει ένα ηθικό ναυάγιο. Τί πένθιμη στιγμή, η στιγμή που η κοινωνία, απομακρυνόμενη αποτελειώνει την ανεπανόρθωτη εγκατάλειψη ενός λογικού πλάσματος! Ο Γιάννης καταδικάστηκε σε πέντε χρονών κάτεργο! Στις 22 Απριλίου 1796 μαθεύτηκε στο Παρίσι η στο Μοντενόννι νίκη του αρχηγού της γαλλικής στρατιάς της Ιταλίας που τότε λεγότανε Μπουοναπάρτε· την ίδια εκείνη μέρα, στη φυλακή της Βισέτρ, ξετυλίχθηκε μια αλυσίδα, κι ένας από κείνους που δέθηκαν, ήταν ο Γιάννης Αγιάννης. Κάποιος παλιός δεσμοφύλακας, γέρος ενενηντάρης σήμερα, θυμάται ακόμα καλά τον δυστυχισμένον αυτόν, όταν καταγινόντουσαν να κλείσουνε τα πόδια του στις αλυσίδες, στην αυλή εκείνη της φυλακής. Καθότανε καταγής, όπως και οι άλλοι κατάδικοι. Φαινότανε να μην καταλαβαίνει τίποτε, από τη θέση του, παρά μόνον πως ήταν φριχτή. Πιθανόν και να διέβλεπε αμυδρά, μέσα στις συγκεχυμένες ιδέες της τελείας άγνοιάς του, το πολύ βαρύ της ποινής του. Ενώ χτυπούσαν και κάρφωναν στον τοίχο, πίσω απ' το κεφάλι του, τον σιδερένιο κρίκο από τον οποίον κρατιόταν η άκρη της αλυσίδας, αυτός έκλαιγε· τα δάκρυα τον έπνιγαν, του κοβότανε η φωνή· κατόρθωνε δε μόνο να λέει κάθε τόσο: «Έκανα τον κλαδευτή στη Φαβερόλ…» Έπειτα δε, βγάζοντας γοερές κραυγές, σήκωνε το δεξί του χέρι και το κατέβαζε εφτά φορές, κι όσοι τον έβλεπαν καταλάβαιναν πως ό,τι έκαμε ο άνθρωπος αυτός τόκαμε για να θρέψει και να ντύσει εφτά ανήλικα παιδιά. Τον επήγαν έπειτα στην Τουλόν, όπου βρισκότανε το κάτεργο κι όπου έφτασε ύστερα από οδοιπορία εικοσιεφτά ημερών, καθισμένος μέσα σε κάρο, με την αλυσίδα στο λαιμό. Στην Τουλόν εφόρεσε την κόκκινη μπλούζα των καταδίκων. Καθετί που υπήρξε η προτερινή του ζωή, έσβησε, κι αυτό το όνομά του ακόμη· γιατί ούτε ως Γιάννη Αγιάννη δεν τον ήξεραν πια στο κάτεργο, αλλ' ως αριθμό 24609. Τί απέγινε η αδελφή του; Τί απέγιναν τα εφτά της παιδιά; Ποιον ενδιέφερε; Τί απογίνονται τα φύλλα ενός κλαριού που κόβεται από τον κορμό; Η ίδια πάντοτε ιστορία. Οι δυστυχισμένες εκείνες υπάρξεις, πλάσματα του Θεού, μην έχοντας πια ούτε κανένα στήριγμα, ούτε προστάτη, ούτε καταφύγιο, πήγαιναν στην τύχη. Και ποιος ξέρει μάλιστα; Το καθένα ίσως προς διαφορετική διεύθυνση, βυθιζόμενα λίγο λίγο στην παγερή καταχνιά, όπου χάνονται οι μοναχικές υπάρξεις· στο σκοτάδι το ζοφερό, όπου σβήνουν, το ένα ύστερα από το άλλο, τόσα άτυχα κεφάλια, ακολουθώντας το πένθιμο βήμα της ανθρωπότητος. Φύγανε, παράτησαν τον τόπο τους. Το καμπαναριό του χωριού, που υπήρξε χωριό τους, τα ξέχασε. Ο «μπάρμπας τους ο Γιάννης», ύστερα από μερικών χρόνων κάτεργα, τα ξέχασε κι αυτός. Στην καρδιά του είχε κάποτε ανοιχτή πληγή, αυτήν την διαδέχτηκε ουλή — και να: Όλον τον καιρό πούμεινε στην Τουλόν, μια φορά μονάχα άκουσε για την αδελφή του· ήτανε νομίζω κατά το τέλος του τέταρτου χρόνου της φυλάκισής του. Δεν θυμάμαι πια πώς τόμαθε. Κάποιος άνθρωπος, που τις ήξερε στην πατρίδα τους, είχε ιδεί την αδελφή του στο Παρίσι. Έμενε σ' ένα φτωχικό δρόμο σιμά στον Άγιο Σουλπίκιο. Ένα μονάχα παιδί είχε μαζί της, ένα μικρό αγόρι, το τελευταίο. Πού ήσαν τάλλα έξι; Ίσως να μην ήξερε ούτε εκείνη. Κάθε πρωί πήγαινε σ' ένα τυπογραφείο, όπου δούλευε διπλώνοντας και συνθέτοντας φύλλα. Έπρεπε να βρίσκεται εκεί από τις έξι το πρωί, το χειμώνα πριν ακόμα φέξει η μέρα. Στο ίδιο σπίτι όπου βρισκότανε το τυπογραφείο, ήτανε και σχολείο, όπου πήγαινε το μικρό της παιδί, εφτά χρονών τότε. Επειδή όμως στο τυπογραφείο έπρεπε να πηγαίνει στις έξι και το σχολείο άνοιγε στις εφτά, το παιδί περίμενε μια ώρα στην αυλή ώς που ν' ανοίξει το σχολείο. Μια ώρα χειμωνιάτικη, μια ώρα νύχτας στο ύπαιθρο. Δεν ήθελαν να μπαίνει ο μικρός στο τυπογραφείο, γιατί, έλεγαν, τους ενοχλούσε. Πολλές φορές, οι εργάτες που περνούσαν το πρωί έβλεπαν τον μικρούλη καθισμένον στις πέτρες, νυσταγμένον και κάποτε να κοιμάται πάνω στο καλαθάκι του. Όταν έβρεχε, το λυπότανε μια γριά, η θυρωρός, και τόπαιρνε στην κάμαρά της, όπου δεν βρισκότανε τίποτε άλλο παρά ένα φτωχικό κρεβάτι, μια ρόκα και δυο ξύλινες καρέκλες. Και το παιδί κοιμόταν εκεί, σε μια γωνιά, όσο μπορούσε πιο κοντά στη γάτα, για να νιώθει λιγότερο το κρύο. Στις εφτά άνοιγε το σχολείο και έμπαινε μέσα. Αυτά είναι όλα όσα είπεν στο Γιάννη μια μέρα· γι' αυτόν υπήρξαν σαν μια στιγμή, σαν μια αστραπή, σαν ένα παράθυρο που ανοίχτηκε ορμητικά στην τύχη των όντων εκείνων, που είχεν αγαπήσει· έπειτα δε πάλι κλείστηκαν όλα. Δεν άκουσε πια γι' αυτούς τίποτα· ποτέ δεν τους ξανάδε, ούτε τους ξαναντάμωσε. Κι ούτε θα ξαναβρεθούν στη συνέχεια της λυπηρής αυτής ιστορίας. Πηγή: Βίκτωρ Ουγκώ, Οι Άθλιοι, τόμ. Α´, μτφ. Γ. Τσουκαλάς, Έκδοση της εφημερίδας Ανεξάρτητος, Αθήνα σ. 83-91 Τα 15 χρόνια κάθειρξης έφτασε η ποινή σε 51χρονη, η οποία πριν από 20 χρόνια είχε πλαστογραφήσει το απολυτήριο Δημοτικού Σχολείου και όλα αυτά τα χρόνια εργαζόταν ως καθαρίστρια σε κρατικό παιδικό σταθμό θεσσαλικού δήμου. Σύμφωνα με το δικαστήριο, η 51χρονη «διόρθωσε» το πιστοποιητικό που έλαβε από το Δημοτικό Σχολείο όπου φοιτούσε με αποτέλεσμα να γράφεται πως φοίτησε έως την Στ' Τάξη και όχι την Ε' Τάξη. Έτσι, «απέκτησε» τα τυπικά προσόντα που απαιτούνταν για να συμμετάσχει σε έναν διαγωνισμό πρόσληψης τακτικού προσωπικού σε θέση καθαρίστριας ενός κρατικού παιδικού σταθμού που προκηρύχτηκε από το πρώην υπουργείο Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Η αρμόδια επιτροπή αλλά και το, τότε, ΔΣ του Σταθμού δεν διαπίστωσαν παράβαση και τη διόρισαν το 1996. Σύμφωνα με το δικαστήριο, μέχρι σήμερα της καταβλήθηκαν μικτές αποδοχές αρκετών δεκάδων χιλιάδων ευρώ. Σύμφωνα με το eleftheria.gr, κατά τη διάρκεια της υπεράσπισης της γυναίκας, αναφέρθηκε αρχικά πως η ίδια μεγάλωσε μέσα σε μια πολύ δύσκολη κατάσταση. Προβληματική ήταν και η κατάσταση και στην οικογένεια που απέκτησε στη συνέχεια (λόγω τοξικομανίας μέλους). Έκανε αυτήν την πράξη όπως τονίστηκε για να συντηρήσει άμεσα την οικογένειά της που το είχε μεγάλη ανάγκη λόγω της ιδιομορφίας αυτής. Αναφέρθηκε επίσης πως η εργασία που παρείχε ήταν εντελώς άσχετη με το προσόν που απαιτούσε η προκήρυξη. Στους ισχυρισμούς της συμπεριλήφθηκε ακόμα και η φράση της ισάξιας αντιπαροχής λόγω εργασίας σε σχέση με τη ζημιά που επήλθε από την πράξη της. Τέλος ειπώθηκε πως κατά τη διάρκεια της εργατικής της θητείας στη συγκεκριμένη θέση όλα αυτά τα χρόνια, έδειξε ζήλο και αφοσίωση προσκομίζοντας μάλιστα και μια σχετική έκθεση. Η 51χρονη καταδικάστηκε για τις πράξεις: της πλαστογραφίας με χρήση, με ιδιαίτερα μεγάλο όφελος και αντίστοιχη ζημιά άνω των 120 και άνω των 150 χιλιάδων ευρώ, σε βάρους του Ελληνικού Δημοσίου αλλά και απάτη κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με ιδιαίτερα μεγάλο όφελος και αντίστοιχη ζημία άνω 30, 120 και 150 χιλιάδων ευρώ εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου. Η ίδια άσκησε έφεση η οποία είχε αναστέλλουσα δύναμη. Πηγή: www.thepressproject.gr

ΣΧΕΤΙΚΑ: Συμβαίνουν και αλλού
ΣΧΟΛΙΑ
  1. Μπάμπης Δαμουλιάνος Ευαγγελάτος
    24 Ιουλίου 2020, 22:17

    Με λόγια, λόγια, λόγια κτίζω ανώγια και κατώγια...

  2. ΤΣΟΥΡΟΥΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΗΣ
    27 Σεπτεμβρίου 2016, 17:50

    ΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙΣ ...ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΒΑΤΟ ΑΠ' ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΛΥΚΩΝ!.... Ο ΑΛΑΦ ΟΥΖΟ ΚΥΒΕΡΝΑ ΜΕ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ! ΟΛΟΙ ΟΙ ΥΠΟ ΔΙΚΟΙ ΝΑ ΠΑΡΟΥΝ ΑΔΕΙΑ ΚΑΙ ΚΑΝ ΑΛΙ!!!!

Πείτε μας τη γνώμη σας
Τα σχόλια δημοσιεύονται άμεσα και είναι αποκλειστική ευθύνη του συντάκτη του σχολίου. Οι διαχειριστές της παρούσας ιστοσελίδας διατηρούν το δικαίωμα διαγραφής των σχολίων εκείνων που έχουν διαφημιστικούς σκοπούς, κρίνονται ως ρατσιστικά ή προσβάλλουν πρόσωπα.
Τοιχο-διωκτικά

Στη νέα τάξη πραγμάτων, μην ξεχνάτε ότι τα πράγματα είμαστε εμείς.

Τζίμης Πανούσης
Ημερολόγιο Δράσεων και Εκδηλώσεων

Δεν υπάρχουν προγραμματισμένες Δράσεις για τις επόμενες ημέρες...

Newsletter