Tο αγώι

του Μπάμπη Δαμουλιάνου - Ευαγγελάτου

Στην αλυσίδα των εργασιών ενός παραδοσιακού χωρικού πριν την έναρξη της γεωργικής εκμηχάνισης το αγώι αν και απαραίτητος κρίκος, δεν θα την χαρακτήριζα μια από τις πιο δύσκολες. Θα μπορούσε να ανατεθεί και σε ένα αδύνατο μέλος της οικογένειας, τη γυναίκα ή ένα μεγάλο παιδί. Την εξάσκησα νομίζω με επάρκεια εκείνα τα δύσκολα χρόνια της ξενικής κατοχής (1942-1945) αλλά και λίγο μετά, τα καλοκαίρια των σχολικών και πανεπιστημιακών διακοπών στους χωματόδρομους και τα μονοπάτια της ιδιαίτερης πατρίδας μου στη Δυτική Κεφαλλονιά. Το πράγμα άλλαξε όταν οι δρόμοι άρχισαν να στρώνονται με άσφαλτο, τα τρακτέρ, τα αυτοκίνητα, τα μηχανάκια έκαναν την εμφάνιση τους και διεκδικούσαν την πρωτοκαθεδρία. Τα ατυχήματα έγιναν περισσότερα και πολλά βάφονταν με αίμα. Η μετάβαση απαιτούσε προσοχή, πειθαρχία και ετοιμότητα όχι μόνο από τον αγωγιάτη αλλά και από τα υποζύγια, τα ζώα, τα οποία έπρεπε να προσαρμοστούν στη νέα κατάσταση. Έτσι λίγο μετά τον καταστρεπτικό σεισμό τις 13 Αυγούστου 1953 βρέθηκα με ένα μουλάρι και ένα γαϊδουράκι να κουβαλώ ξυλεία από μια αποθήκη του Ληξουριού στο χωριό μου δέκα χιλιόμετρα απόσταση, για να κτίσουμε μια παράγκα απέναντι στον ήλιο, τους αέρηδες, τις βροχές, το χαλάζι και το κρύο. Καβάλα στο μουλάρι και το γαϊδουράκι με σχοινί ν’ ακολουθεί κατεβαίναμε γρήγορα, ανάλαφρα και τραγουδώντας. Ο γυρισμός ήταν σιωπηλός. Η όλη διάταξη εφ’ ενός ζυγού στο δεξί άκρο του δρόμου όπως συνηθίζεται σ’ αυτό το μέρος του κόσμου, εκτεινόταν τουλάχιστον εννιά μέτρα αποδεικτικά. Το μήκος αυτό το καθόριζαν τα καλά ισοζυγισμένα αμφοτερόπλευρα φορτώματα σανίδων, τεσσάρων μέτρων η καθεμιά τους και η δική μου παρουσία ανάμεσα για να ελέγχω τα γκέμια. Το πλάτος της δημοσιάς συνήθως δεν ξεπερνούσε τα έξη μέτρα και καθένας μπορεί να φανταστεί τι θα γινόταν αν ξαφνικά έκανε την εμφάνιση του ένα θυμωμένο ντάτσουν με τα μεγάφωνα για ένα λαϊκό στη διαπασών, τον υπερήφανο ιδιοκτήτη του στο τιμόνι υπό την επήρεια αλκοόλ και την ψυχολογία κενταύρου! Το μουλάρι δεν τόχε σε τίποτα να αντιδράσει απότομα και η δική μου διάταξη των εννιά μέτρων να πάρει θέση κάθετη στου δρόμου την κατεύθυνση. Ο κόσμος δεν θα χάλαγε μια και δεν χάλασε με τον κατακλυσμό του Νώε, αλλά τον δικό μου μικρόκοσμο ξεχάστε τον... Το ίδιο μπορούσε να συμβεί και με το τσίμπημα μιας αλογόμυγας στα ρουθούνια του. Ένταση λοιπόν, επαγρύπνηση και ετοιμότητα. Είμαστε στην αρχή του γυρισμού με το φορτίο. Βαδίζαμε στον κεντρικό δρόμο, τη ραχοκοκαλιά της μικρής πολιτείας, την λεωφόρο Στελάκη Τυπάλδου προς τιμή του πατέρα των συνεπώνυμων εφοπλιστών Σπύρου και Χαράλαμπου, που απασχολούσαν στα καράβια τους πολλούς ληξουριώτες ναυτικούς και οδηγούσε στη βορεινή έξοδο. Μόλις φθάσαμε κοντά στην εκκλησιά του Αγίου Γερασίμου –τούχουμε κι’ εμείς κονάκι εκτός από το μοναστήρι στ’ Αργοστολιού τα μέρη όπου η κύρια κατοικία με το λείψανο του- και ήμουν έτοιμος να στρίψω ορθή γωνία αριστερά για του χωριού το δρόμο, μια λυγερή κυρά δροσάτη μ’ ένα καφέ ριχτό φόρεμα προβάλει από ένα μισογκρεμισμένο σπίτι δεξιά μου, τείνει τα χέρια της προς της εκκλησιάς την πλάτη, το ιερό και δίκην αρχαίας τραγωδού αναφωνεί με την χαρακτηριστική συρτή ληξουριώτικη προφορά της: «Ω Άγιε Γεράσιμε πώς καταντίσαμεεε, να περνούν μουλάρια και γαϊδούρια από τα Λεγατάτααα»! Κοκάλωσα. Κράτησα και τα ζώα. Άρχισα να την κοιτάζω με ύφος θιγμένου. Δεκαεννιά χρονώ παληκαράκι και θα με περνούσε δεκαπέντε με είκοσι χρόνια. Με ένα πλατύ απροσδιόριστο και δυσερμήνευτο χαμόγελο με αφόπλισε και συνέχισα τον δρόμο μου. Ο αμόλυντος τόπος της φωλιάς, σαν μέτρο κοινωνικής καταξίωσης! Πριν τον σεισμό, η πρόσβαση εμάς των χωρικών στην αγορά στο κέντρο της πόλης, γινόταν από τον χωματόδρομο που την αγκάλιαζε δυτικά, τον σημερινό φαρδύ περιφερειακό ασφαλτόδρομο που οδηγεί στις νότιες ρηχές και ζεστές θάλασσες για οικογένειες με τις κόκκινες αμμουδιές και τους πηλώδεις άσπρους βράχους του άγονου Ασκύλακα. Ξεπεζεύαμε στον στάβλο των αδελφών Μαρτίνα, αφήναμε εκεί τα υποζύγια μέχρι να τελειώσουμε τις δουλειές μας, ακόμη και να πεταχτούμε μέχρι το Αργοστόλι αν χρειαζόταν με κάποια από τις μηχανοκίνητες καμπινάτες βάρκες που τις λέγαμε μπεζίνες. Σήμερα τις αντικατέστησαν τα φέριμποτ. Λεγατάτα! Η παραλιακή γειτονιά βορεινά του λιμανιού όπου την κατοικούν κυρίως ναυτικοί και ψαράδες. Στις μεταξύ τους κόντρες, άκουσα έναν ληξουριώτη να τους αποκαλεί ψαροκασέλες! Δεν υιοθετώ τον όρο. Η ηρωίδα μας όμως κατοικούσε πολύ ενδότερα, στην γειτονιά που την λένε Μαρτσελάτα. Με τον καημό της κοινωνικής ένταξης ένα σκαλάκι ψηλότερα, αντλούσε δύναμη από το θαλασσινό αεράκι που ερχόταν από κει και τη βοήθεια του γείτονα Αγίου! Ο Εγκέλαδος μας ανακάτεψε. Μουλάρια και γαϊδούρια πήγαιναν παντού μα σύντομα έδωσαν τη σκυτάλη στο βολάν. Έσβησε ήσυχα και στη ζωή του τόπου μου τ’ αγώι αλλ’ όχι και στη θύμηση. Τουλάχιστον τη δική μου. Μπάμπης Δαμουλιάνος Ευαγγελάτος, Βριλήσσια.

ΣΧΕΤΙΚΑ: Ακροβάτες στο χαρτί
ΣΧΟΛΙΑ
Πείτε μας τη γνώμη σας
Τα σχόλια δημοσιεύονται άμεσα και είναι αποκλειστική ευθύνη του συντάκτη του σχολίου. Οι διαχειριστές της παρούσας ιστοσελίδας διατηρούν το δικαίωμα διαγραφής των σχολίων εκείνων που έχουν διαφημιστικούς σκοπούς, κρίνονται ως ρατσιστικά ή προσβάλλουν πρόσωπα.
Τοιχο-διωκτικά

Στη νέα τάξη πραγμάτων, μην ξεχνάτε ότι τα πράγματα είμαστε εμείς.

Τζίμης Πανούσης
Ημερολόγιο Δράσεων και Εκδηλώσεων

Δεν υπάρχουν προγραμματισμένες Δράσεις για τις επόμενες ημέρες...

Newsletter