Συμβαίνουν και αλλού
ΙΟΥΛΙΟΣ 2007
Το περιαστικό άλσος των Άνω Βριλησσίων, είναι το μόνο παρθένο δάσος στα όρια του Δήμου μας. Η ονομασία «Αγ. Θεόκλητος» προέρχεται από τον ομώνυμο τίτλο του συνεταιρισμού υπαλλήλων της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, που υποτίθεται ότι αγόρασε αυτήν την έκταση από την Ι.Μ. Πεντέλης. Όλα κυλούσαν «ήρεμα», μέχρι που κάποιος ιδιώτης το 1985, άσκησε αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, δηλώνοντας ότι η έκταση 11,4 στρεμμάτων που αγόρασε το 1971 από την Ι.Μ. Πεντέλης στον Θεόκλητο ανήκει στον ίδιο και όχι στο Δημόσιο. Μετά από αλλεπάλληλες νομικές διαδικασίες, στις οποίες η Ι.Μ. Πεντέλης άσκησε παρέμβαση υπέρ του ιδιώτη, τον Ιούνιο του 2007 το Εφετείο δικαίωσε οριστικά τον ιδιώτη. Ήταν η πρώτη τελεσίδικη απόφαση υπέρ κάποιου που διεκδίκησε ιδιοκτησία μέσα στο δάσος των Άνω Βριλησσίων. Στη συνέχεια, το καλοκαίρι του 2007, έρχεται και έτερος ιδιοκτήτης να ακολουθήσει την ίδια νομική οδό, αλλά το αποτέλεσμα σ’ αυτή την περίπτωση ήταν τελείως διαφορετικό, ένα άλλο Εφετείο έκρινε πως η περιοχή ανήκει στο Δημόσιο. Ενδιαφέρον έχει η δικογραφία της υπόθεσης που ανακίνησε τη συζήτηση στον Δήμο μας. Εκεί, καταγράφεται η βάση των επιχειρημάτων της Ι. Μονής Πεντέλης που αφορούν περίπου τον μισό νομό Αττικής! Σε κεντρικό ζήτημα αναδεικνύεται η αμφισβήτηση της έννοιας του δημόσιου δάσους, ώστε να αποκλειστεί κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που διεκδικεί η Ι. Μονή. Ως επιχείρημα χρησιμοποιείται το γεγονός ότι μέχρι το 1836 τα δάση ανήκαν μεν στο Δημόσιο, εκτός όμως από εκείνα που ανήκαν σε ιδιώτες πριν την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Σε δεύτερο επίπεδο, η Ι. Μ. Πεντέλης εμφανίζει το συγκεκριμένο δάσος ως τμήμα ενός τεράστιου κτήματος, έκτασης δεκάδων χιλιάδων στρεμμάτων από την Πεντέλη και τα Μεσόγεια, μέχρι την Ν. Μάκρη και την Ραφήνα, που περιήλθε στην Μονή από ιδρύσεώς της, το 1578, ύστερα από δωρεές ευσεβών. Καθώς λοιπόν με το πέρασμα των χρόνων κανείς δεν αμφισβητούσε τα κυριαρχικά δικαιώματα της Μονής, αυτή «είχε με τον χρόνο την πεποίθηση», πως απέκτησε πλήρη κυριότητα σε όλες αυτές τις εκτάσεις, οπότε αργότερα δικαιολογημένα άρχισε να πουλάει σε τρίτους, ιδιαίτερα σε συνεταιρισμούς, χωρίς ποτέ να «ενοχληθεί» από το Ελληνικό Δημόσιο. Όταν το 1972 συνεπώς, πούλησε γη μέσα στο δάσος των Άνω Βριλησσίων, ήταν από ήδη νόμιμος ιδιοκτήτης λόγω χρησικτησίας, οι τίτλοι συνεπώς και του σημερινού ιδιοκτήτη, είναι έγκυροι. Απόσπασμα της τοποθέτησης του εκπροσώπου της «Δράσης» (πρακτικά) «Δεν αρκεί να αναδείξουμε την Ι. Μ. Πεντέλης σε αντίδικο, ή γενικότερα την Εκκλησία, η οποία βρίσκεται ουσιαστικά πίσω από την απόφαση του δικαστηρίου. Κι’ ας ξεχάσατε εσείς και ο προκάτοχός σας να αναφέρετε στις δηλώσεις σας, ποιος ακριβώς είναι ο συνεταιρισμός που διεκδικεί σήμερα την έκταση του Θεόκλητου. Διότι το πρόβλημά μας είναι πολιτικό όχι νομικό. Για την ακρίβεια, το αδιέξοδο είναι πολιτικό και όχι νομικό. Και με πολιτικό τρόπο οφείλουμε να αντιδράσουμε. Η ίδια απόφαση του Εφετείου, ως αφορμή της σημερινής συνεδρίασης στηρίζεται σε μια επιχειρηματολογία που υπερβαίνει το τοπικό ζήτημα. Αναδεικνύει θέματα, ερμηνείες και παραδοχές, για την έννοια του Δημόσιου χώρου, ιδιαίτερα στην Αττική, δεδομένα που στοιχειοθετούν την ιδιοκτησία της Ι. Μ. Πεντέλης, όχι μόνο επί της συγκεκριμένης έκτασης, αλλά και σε δεκάδες άλλες χιλιάδες στρέμματα γης. Χρησιμοποιεί ιστορικό υλικό και ερμηνεύει διαχρονικά νόμους που αφορούν τον ιδιοκτησιακό χαρακτήρα των δασών από την ίδρυση του Ελληνικού κράτους. Επομένως είναι μια απόφαση που δεν αφορά στενά το Δήμο μας. Αντίθετα, αφορά τους όλους τους Δήμους της Αττικής. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια απόφαση που αντανακλά το αδιέξοδο στον τρόπο που το πολιτικό μας σύστημα χειρίζεται το περιβάλλον. Ό,τι δεν αντιμετωπίζεται πολιτικά, παραπέμπεται να λυθεί νομικά και το αδιέξοδο μεγαλώνει. Όλοι "αγανακτούμε" για τα δάση που χάνονται και τους ελεύθερους χώρους που συνεχώς μειώνονται, αλλά τη ίδια στιγμή οι κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης ψηφίζουν νόμους, είτε σαν το νόμο Δρύ του 2003, είτε προωθούν εγκυκλίους τύπου Μπατσιάκου και αλλαγή του άρθρου 24, για να θυμηθώ μόνο τα πιο πρόσφατα. Τα ξέρετε όλα αυτά. Γνωρίζετε ότι το Δημόσιο δεν θέλησε, όχι δεν μπορούσε, να φτιάξει δασολόγιο, κτηματολόγιο, να αντιμετωπίσει το ζήτημα της εκκλησιαστικής περιουσίας. Ίσως βέβαια δεν ξέρετε, ότι η Αλβανία ολοκλήρωσε μέσα σε 4 χρόνια το δικό της κτηματολόγιο, για να καταλάβετε που βρισκόμαστε. Όμως δεν θέλω να επεκτείνουμε εκεί τη συζήτηση. Όταν προσπαθούμε να θέσουμε τα πράγματα σε μια πιο πολιτική βάση, δεν είναι για να παραπέμψουμε τη λύση τους αόριστα στο μέλλον ή για να δηλώσουμε την ανάγκη ανατροπής των πολιτικών συσχετισμών. Ούτε για να προχωρήσουμε σε διαχωρισμούς. Το πρόβλημα έχει τη δική του δυναμική. Το περίγραμμα της δικής μας πρότασης είναι να ανοίξουμε το ζήτημα προς κάθε κατεύθυνση. Η υποστήριξη των κατοίκων είναι όρος και εγγύηση για την επιτυχία οποιουδήποτε δημοτικού στόχου, ιδίως αν χρειαστούν μακροχρόνιες ενέργειες. Να δημοσιοποιήσουμε προς όλους, αυτό που πραγματικά συμβαίνει και αφορά ολόκληρη την Αττική και το περιβάλλον της. Να δημιουργήσουμε συμμαχίες με άλλους Δήμους, να ενεργοποιήσουμε τους δημότες που για μια ακόμη φορά αφήνουμε χωρίς ενημέρωση και συμμετοχή. Να απαιτήσουμε λύσεις που δεν αφορούν μόνο το Δήμο μας. Η συγκυρία είναι ευνοϊκή και οι πολίτες ευαισθητοποιημένοι. Ας προσπαθήσουμε για πρώτη φορά στη μεταπολίτευση, οι εκλογές να αποτελέσουν ευκαιρία για την προστασία και όχι την καταπάτηση των Δασών. Δεν μπορούμε να περιμένουμε πότε θα τελειώσει το δασολόγιο για να μάθουμε επιτέλους ποιο είναι δάσος που προστατεύουμε, ούτε πότε θα εκδοθεί η όποια απόφαση του Αρείου Πάγου. Μέχρι τότε είτε θα σβήνουμε πυρκαγιές, είτε θα κυνηγάμε δικαστικές αγωγές ιδιωτών».
ΣΧΟΛΙΑ