Συμβαίνουν στην πόλη μας
O Bασίλης Καραποστόλης στη Γεωργία Χάρδα και το Fractal
«Σε έναν κόσμο που τρέχει ασταμάτητα, όπου οι άνθρωποι επικοινωνούν διαρκώς αλλά συχνά δυσκολεύονται να συναντηθούν πραγματικά, η ανάγκη για νόημα, έμπνευση και εσωτερική δύναμη γίνεται ολοένα πιο επιτακτική». Ο Βασίλης Καραποστόλης θα είναι κοντά μας την Παρασκευή 27 Νοεμβρίου, 7.30 μ.μ., στην αίθουσα του πάρκου «Μ. Θεοδωράκης», (ΤΥΠΕΤ), για να συζητήσουμε με αφορμή το νέο του δοκίμιο «Η ανάγκη της εμψύχωσης», Εκδόσεις Πατάκη. Αναδημοσιεύουμε εδώ, την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη του συγγραφέα στη Γεωργία Χάρδα και το fractal (Ιούνιος 2026). -Αν προσπαθούσε κανείς να περιγράψει τη σημερινή εποχή όχι με κοινωνικούς ή πολιτικούς όρους, αλλά μέσα από τον συναισθηματικό της τόνο, τι θα έλεγε ότι κυριαρχεί; Και πώς αυτό το υπόστρωμα περνά στους ανθρώπους και στις σχέσεις τους; Αυτό που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο κόσμου από την άποψη των συναισθημάτων είναι γενικά ή ατονία. Οι άνθρωποι σήμερα ούτε δίνονται αρκετά σε ό,τι δηλώνουν πως τους ενδιαφέρει ούτε και αντιδρούν έντονα σε ό,τι τους δυσκολεύει. Κύρια αιτία του φαινομένου είναι το γεγονός ότι καθημερινά συναντούν μόνο πράγματα και όλο και περισσότερο άλλους ανθρώπους που μοιάζουν με πράγματα. Πράγμα είναι κάτι μέσα στο οποίο έχει πεθάνει η θέληση, δηλαδή η ψυχή. Υπάρχει για να το χρησιμοποιούμε ή να το χειριζόμαστε, όποτε προκύπτει ανάγκη. Αλλά, έτσι, συνάπτουμε σχέσεις από τις οποίες λείπει η διέγερση και η πρωτοβουλία. Λείπει, ουσιαστικά. το κίνητρο να δώσουμε μορφή στην ίδια μας τη ζωή. -Όταν μιλάτε για «ανάγκη εμψύχωσης», αναφέρεστε σε μια ψυχολογική έλλειψη ή σε κάτι βαθύτερο, δηλαδή στην αδυναμία της σύγχρονης ζωής να παράγει νόημα που να αντέχει στον χρόνο και στη δράση; Η ανάγκη της εμψύχωσης έχει δύο όψεις. Η μία αφορά τα εσωτερικά στηρίγματα που χρειάζεται ένας άνθρωπος για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες της ζωής. Η άλλη πλευρά αφορά την εξύψωση της ζωής, τη δυνατότητα δηλαδή να αρθεί ο άνθρωπος πάνω από τις άμεσες επιδιώξεις και υποχρεώσεις του. Η δεύτερη αυτή ανάγκη έχει υπαρξιακό χαρακτήρα. Κάθε ανθρώπινο πλάσμα ποθεί να υπερβεί, με διάφορα μέσα, τα όρια της πραγματικότητας. Θα ήθελε να ζήσει καταστάσεις που δεν είναι προδιαγεγραμμένες. Πολύ λίγοι όμως είναι αυτοί που δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους. Νιώθουν πως δεν είναι αρκετά δυνατοί και δεν ξέρουν από πού να ζητήσουν ενίσχυση. Το κρίσιμο ζήτημα σήμερα είναι αυτό. Λόγω της πεζότητας που κυριαρχεί παντού ο άνθρωπος δυσκολεύεται ακόμη και να φέρει στον νου του πρόσωπα και πράξεις που θα μπορούσαν να τον εμπνεύσουν. -Στις σύγχρονες πόλεις οι άνθρωποι κινούνται αδιάκοπα, ανταλλάσσουν λόγια και πληροφορίες, κι όμως συχνά μένει μια αίσθηση απόστασης. Είναι αυτή η απόσταση κάτι κοινωνικό ή τελικά μια πιο υπαρξιακή συνθήκη; Είναι γνώρισμα της ζωής μέσα στις μεγαλουπόλεις η εξάπλωση της δυσπιστίας. Το ότι τα άτομα σχετίζονται και συναλλάσσονται συνεχώς κατά τρόπο τυπικό και ρυθμισμένο ενισχύει την εντύπωση στο καθένα ότι αντίκρυ του δεν εμφανίζονται παρά μόνο εκτελεστές κάποιων ρόλων. Οι προθέσεις τους παραμένουν άγνωστες, γεγονός που δημιουργεί διαρκώς υποψίες. Αυτό είναι σύμπτωμα της κοινωνικής οργάνωσης στην εποχή μας που από τη μια χωρίζει τα άτομα και από την άλλη τα ενώνει τεχνητά μέσα στη μαζικότητα της κατανάλωσης. Πρόκειται για εξέλιξη αντίθετη στις βαθύτερες ροπές του ανθρώπου. Όντας μοναχικός μέσα στο σύμπαν ο άνθρωπος έχει φυσική ανάγκη να ενωθεί με τους ομοίους του. Το ότι δεν το πετυχαίνει οφείλεται στο ότι η κοινωνία τον εκπαιδεύει έτσι ώστε να ανησυχεί διαρκώς, να διστάζει να εμπιστευτεί και τελικά να φοβάται μήπως γίνει θύμα είτε εξαπάτησης είτε ψευδαίσθησης. -Πιστεύετε ότι σήμερα οι άνθρωποι έχουν χάσει την ικανότητα της επιθυμίας ή περισσότερο έχουν μάθει να τη διαχειρίζονται, να τη μεταθέτουν ή και να την απονευρώνουν μέσα σε μια συνθήκη συνεχούς διαθεσιμότητας; Και πώς επηρεάζει αυτό τον τρόπο που βιώνεται ο έρωτας; Είναι εντυπωσιακό το πόσο ελαστικές έγιναν στις μέρες μας οι επιθυμίες. Αν εκδηλώνονται σε ένα σημείο, είναι βέβαιο ότι μόλις εμφανιστούν οι πρώτες δυσχέρειες θα μετατοπιστούν προτού έλθει η απογοήτευση. Φεύγουν και στρέφονται σε άλλα σημεία όπου η ικανοποίηση φαίνεται πιο πιθανή. Κατά βάθος ώμος κυριαρχεί η λιποψυχία. Απουσιάζει το σθένος με το οποίο αναζητά κανείς την τελειότητα μέσα στα πρόσωπα και τις καταστάσεις που τον ελκύουν. Το βαρύτερο τίμημα αυτής της στάσης το πληρώνει ο έρωτας. Αντί να λυτρώνει από τους μικρΰυπολογισμούς πολλές φορές γίνεται κι αυτός μια υπόθεση (μια love affair) όπου μετρώνται αγωνιωδώς τα έσοδα και τα έξοδα. Παρ’ όλα αυτά, από την γυναικεία κυρίως πλευρά η προσδοκία της έκστασης δεν έχει σβήσει εντελώς. Τη συντηρούν μερικές γυναίκες απόγονοι της Έμμας Μποβαρύ και της Άννας Καρένινα .Δεν αναρωτιούνται για το αν μπορούν να αγαπήσουν, αναρωτιούνται για το αν μπορούν να αγαπηθούν. -Παλαιότερα η επιθυμία είχε εμπόδια και αντιστάσεις που της έδιναν ένταση και κατεύθυνση, σήμερα που μοιάζει πιο άμεση και προσβάσιμη, τι χάνει από τη δύναμή της; Μπορεί ένας έρωτας χωρίς ρίσκο να παραμείνει πραγματικά έρωτας; Το μεγάλο ζήτημα με την επιθυμία αφορά το αν μπορεί να μετασχηματίζεται καθώς αντιμετωπίζει εμπόδια. Σε προηγούμενες εποχές τα μέσα για τον μετασχηματισμό τα προσέφερε η ονειροπόληση που δεν ήταν πάντα απλώς φυγή από το πραγματικό. Μερικές φορές ήταν μια ανάπλαση των συμβάντων με σκοπό να αναδειχθούν το ουσιώδη στοιχεία τους και με βάση αυτά ο άνθρωπος να επανέλθει στην πραγματικότητα με μεγαλύτερες αξιώσεις. Στην εποχή μας η κίνηση αυτή μοιάζει παρακινδυνευμένη. Ο φόβος μήπως πληγωθεί κάποιος από τον έρωτα είναι τόσο μεγάλος ώστε τον εμποδίζει να φαντάζεται την ιδεώδη εκδοχή του-και πολύ περισσότερο να την αναζητά. -Πόσο από αυτό που ονομάζουμε «ταυτότητα» είναι πραγματική συνέχεια και πόσο μια αφήγηση που επιμένουμε να κρατάμε συνεκτική, για να μην καταρρεύσει η αίσθηση του εαυτού; Είναι δύσκολο σήμερα να κρατηθεί συνεκτική η ταυτότητα ενός ατόμου. Γιατί το άτομο εξαρτάται όλο και περισσότερο από την «αγορά προσωπικοτήτων». Διάφορα ανθρώπινα μοντέλα και τύποι συμπεριφοράς το κυκλώνουν, όπως το κυκλώνουν τα εμπορεύματα. Πρέπει λοιπόν να πουλήσει σε ικανοποιητική τιμή τον εαυτό του, να αρέσει σ’ εκείνους που το συμφέρον του λέει πως πρέπει να αρέσει. Χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να μη γίνει ο εαυτός έρμαιο μιας τέτοιες δοσοληψίας. -Μπορεί κανείς να πει ότι η πραγματικότητα υπάρχει ανεξάρτητα από το βλέμμα μας ή είναι πάντα ήδη διαμορφωμένη από τον τρόπο που τη βλέπουμε και την υφιστάμεθα; Το βάρος και την πυκνότητα της πραγματικότητας τα ζυγίζει και τα εκτιμά ο άνθρωπος. Το πόσο καθοριστικά είναι αυτά που του συμβαίνουν εξαρτάται από τη θέληση και την ιδιοσυγκρασία του. Όταν βασίζεται κάποιος στη θέλησή του πολλές φορές η πραγματικότητα απέναντί του είναι σαν ένας πέτρινος όγκος που αρχίζει να ραγίζει. Σήμερα πολλοί το αποκαλούν αυτό «υποκειμενικό» και το καταδικάζουν. Κάνουν λάθος. Η θέληση δεν είναι να κάνεις αυτό που νομίζεις, είναι να κάνεις αυτό που πιστεύεις. Κι αυτό δεν υποκειμενισμός, είναι ενεργητικότητα. -Η γλώσσα μάς βοηθά να κατανοήσουμε τον κόσμο, αλλά ταυτόχρονα τον συμπυκνώνει και τον μεταφράζει σε κάτι διαχειρίσιμο. Τι χάνεται σε αυτή τη μετάφραση; Χάνεται ή εσωτερική εκείνη φωνή που μας διαβεβαιώνει πως είμαστε ένα μόριο του κόσμου συνδεδεμένο με όλα τα άλλα. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για αυτή την ενότητα. τη διαισθανόμαστε όμως. Και μερικές στιγμές χάρη στην τέχνη μπορούμε την εκφράσουμε. -Όταν ένας άνθρωπος λέει «είμαι αυτός που είμαι», μιλά για σταθερότητα ή για μια συνεχή προσπάθεια να συγκρατήσει κάτι που αλλιώς θα μεταβαλλόταν διαρκώς; Τo σύνθημα «να είσαι ο εαυτός σου» κατέληξε σήμερα να ηχεί σαν παγίδα. Δημιουργεί την εντύπωση αρχικά μιας απελευθέρωσης από τους εξαναγκασμούς, στην πράξη όμως οδηγεί σε μια αυταπάτη καλλιεργημένη από διάφορες πρόχειρες συνταγές για «ενδοσκόπηση» και «αυτοβελτίωση». Ποτέ κανείς δεν βρίσκει τον εαυτό του σαν κάτι τι ατόφιο, χωμένο βαθιά στην ύπαρξη. Η αλήθεια είναι ότι ο εαυτός εμπεριέχει πάντα τους άλλους. Το θέμα είναι η διαλογή. Να διαλέξεις με ποιους δίπλα σου θα αναταχθείς και να αποφύγεις εκείνους με τους οποίους θα καθηλωθείς. -Γιατί οι συλλογικές πρωτοβουλίες σήμερα μοιάζουν να ξεκινούν εύκολα αλλά να εξαντλούνται γρήγορα; Είναι θέμα εμπιστοσύνης μεταξύ των ανθρώπων ή αδυναμίας να δεσμευτούν σε έναν κοινό χρόνο που ξεπερνά το άτομο; Χωρίς αμφιβολία η συλλογική δράση έχει δυσφημιστεί τόσο πολύ στη συνείδηση των νεότερων ώστε να ισοδυναμεί σχεδόν με ισοπέδωση. Οι νεότεροι προεξοφλούν πως ως ενεργά μέλη μιας ομάδας με κοινό σκοπό θα έβαζαν την ατομικότητά τους να δουλέψει χωρίς να αναγνωριστεί επαρκώς. Η αντίληψη αυτή είναι απόρροια της εμπειρίας των προηγούμενων γενεών που είδαν την κομματική, την συνδικαλιστική, ακόμα και τη συνεταιριστική δράση να εκφυλίζεται. Οι διαψεύσεις των πρεσβύτερων μεταβιβάστηκαν στους νεότερους σαν πείρα που δεν αφήνει κανένα περιθώριο για δεύτερες σκέψεις. Έτσι όμως παραμερίστηκε μια ζωτική πλευρά της συμμετοχής σε μια συλλογική προσπάθεια. Πρόκειται για το αίσθημα της σύμπνοιας. Θ’ άξιζε να το νιώσουν οι νεότεροι. Είναι αποκαλυπτική η ανάταση που έρχεται όταν κάποιοι διαπιστώνουν πως τα πνεύματά τους συγγενεύουν και αποφασίζουν να δράσουν από κοινού. Κάθε γενιά πρέπει να κάνει με το δικό της τρόπο αυτό το πείραμα κατά του εγωισμού ανεξάρτητα από την έκβαση που είχε στο παρελθόν. -Η «εμψύχωση» δεν είναι απλή ενθάρρυνση αλλά ενεργοποίηση βαθύτερων κινήτρων, μπορεί ωστόσο μια κοινωνία να την παράγει συνειδητά ή εμφανίζεται μόνο μέσα από κρίσεις και στιγμές αστάθειας; Με την εμψύχωση ένας άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται πως κατ’ ουσίαν είναι ανώτερος απ’ αυτό που συνήθως είναι. Κρύβει μέσα του ένα δυναμικό που περιμένει την ευκαιρία να εκδηλωθεί, πράγμα που σημαίνει πως βρίσκεται σε κατάσταση ετοιμότητας. Νιώθει έτοιμος για κάποια άλματα, για κάποια μεγάλα διαβήματα. Προφανώς ο προσανατολισμός αυτός είναι αποτέλεσμα προεργασίας. Έχει ασκηθεί στο να διατηρεί μέσα του ό,τι θαύμασε και ό,τι αγάπησε, έτσι ώστε να αντλεί απ’ αυτή την πηγή τις δυνάμεις που του χρειάζονται. Σε ομαλές συνθήκες η αγωγή αυτή ενισχύει την αυτοπεποίθηση και τη δημιουργικότητα. Σε στιγμές αναταραχής όμως είναι πιθανό να αποδειχτεί πως δεν υπήρξε αρκετή προετοιμασία. Ενδέχεται ο φόβος να σαρώσει όλες τις προσδοκίες. Ή, αντίθετα, μπορεί να δοθεί ξαφνικά μια γενναία απάντηση στον κίνδυνο- όπως έγινε το 1940 στη χώρα μας στον πόλεμο με τους Ιταλούς. Φαίνεται λογικό μια κοινωνία να μεριμνά για την άμυνά της φροντίζοντας να ενισχύει το θάρρος των πολιτών. Ωστόσο, βλέπουμε ότι την ενδιαφέρει περισσότερο τα άτομα να εργάζονται και να συμπεριφέρονται με προβλέψιμο τρόπο. Στόχος της είναι η αποδοτικότητα, όχι η γενναιοφροσύνη. Στο βιβλίο εξετάζω τις συνέπειες που μπορεί να έχει αυτό το στρίμωγμα της ψυχής, αν συνεχιστεί. Τι είδους ευτυχία μπορείς να ζητάς αν είσαι στενόψυχος; O Βασίλης Καραποστόλης γεννήθηκε στην Αθήνα και είναι Οµότιµος Καθηγητής Πολιτισµού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήµιο Αθηνών. Παράλληλα µε τις µελέτες και τα δοκίµιά του για τα ήθη στον σύγχρονο κόσµο, δηµοσιεύονται από το 1995 και λογοτεχνικά έργα του. Από τις Εκδόσεις Πατάκη έχουν κυκλοφορήσει τα βιβλία του Χορεύοντας µόνη της (2004), Το χάρισµα (2008), Διχασµός και εξιλέωση (2010), Η εποχή της όρεξης (2012), Η ζωή σαν τιµολόγιο (2014), To θάρρος που κοιµάται (2016), Μούσες εναντίον Σειρήνων (2018), Ο παλµός του κόσµου (2022), Όταν η γνώση είναι ζωή (2024) και Η ανάγκη της εμψύχωσης (2026). (Φωτογραφία από την συνέντευξη του συγγραφέα στην Λίνα Νικολακοπούλου και την δημοσιογράφο Αλεξάνδρα Χριστακάκη στο 2ο πρόγραμμα).
ΣΧΟΛΙΑ